Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

ΑΠΟΝΟΜΗ ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

ΕΚΘΕΣΗ-ΑΠΟΝΟΜΕΣ ΒΡΑΒΕΙΩΝ ΣΤΟΥΣ ΝΙΚΗΤΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
ΛΕΣΧΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΥΡΟΥ-ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ Α/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠ/ΣΗΣ ΚΥΚΛΑΔΩΝ

Οι καλύτερες φωτογραφίες του διαγωνισμού (μαθητικού & ενηλίκων) θα αναρτηθούν σε ειδικά ταμπλό,  που θα τοποθετητούν κατα μήκος του πεζόδρομου,  απο τις 6 το απόγευμα ,ενώ οι απονομές των νικητών θα γίνουν στις 9 το βράδυ στη διασταύρωση των πεζόδρομων. Επίσης θα δοθούν βιβλία σε ολα τα παιδιά που συμμετείχαν στον παιδικό διαγωνισμό.




"Συριανή Κουζίνα"





«Συριανή κουζίνα»

Τα πρόσωπα του έργου:

1.Παππούς

2.Γιαγιά

3.Εγγονή

4.Κυρα Άννα(από τη μεσαία τάξη)

5.Κυρία Ελπίδα(από εύπορη οικογένεια)

6.Νικόλας(εργάτης της κυρίας Ελπίδας)

7.Παπα-Τζώρτζης(καθολικός παπάς)

8.Φραγκίσκα(κορίτσι)

9.Λουίζα(κορίτσι)

10.Αντουανέττα(κορίτσι)

11.Μαργαρίτα(κορίτσι)

12.Θεία Μαριγούλα(κάτοικος χωριού)





( Σκηνικό εσωτερικού σπιτιού- ένας παππούς συζητά με την εγγονή του-η γιαγιά τακτοποιεί πράματα στο ψυγείο-σημερινή εποχή)

ΠΑΠΠΟΥΣ: ….έτσι που λες εγγόνα μου, στην εποχή μας αυτά συνέβαιναν! Όχι, γιατί εσείς τώρα τα θεωρείτε όλα εύκολα και απλά!!!

ΕΓΓΟΝΗ: Εντάξει, βρε παππού μου, όλα αυτά που μου είπες για τη ζωή σας, τις δυσκολίες σας, τους πολέμους σας… τα καταλαβαίνω, αλλά εδώ στη Σύρο η ζωή μαθαίνω πως, εκείνα τα χρόνια, ήταν εύκολη, σε σχέση με άλλες περιοχές τις Ελλάδας!

ΓΙΑΓΙΑ: Αχ, μικρούλα μου, μπορεί να μην πάτησαν οι Τούρκοι το πόδι τους εδώ, αλλά κι εμείς τα χρόνια εκείνα, και πολύ πριν από τον πόλεμο, προσπαθούσαμε να επιβιώσουμε. Υπήρχε φτώχεια και πείνα! Για να φάει μια οικογένεια, έπρεπε να φτιάχνουμε το καθημερινό μας φαγητό, με ό,τι υλικά είχαμε. Δεν υπήρχαν τα υλικά που έχουμε σήμερα. Έλα εδώ (την παίρνει κοντά της και κάθονται), γιατί ο παππούς σου δε σου μίλησε για τα πιο σημαντικά: τη ΔΙΑΤΡΟΦΗ μας.

(χαριτολογώντας) Βλέπεις αυτός τα έβρισκε όλα έτοιμα! Ας είναι καλά τα πεθερικά του!!! Πού τα βρίσκαμε;

ΕΓΓΟΝΗ: Δηλαδή, γιαγιά, δεν πηγαίνατε στο Super Market όπως τώρα;

ΓΙΑΓΙΑ: Όχι, κοριτσάκι μου! Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή. Για να εξασφαλίσουμε την τροφή μας για το χειμώνα που ερχόταν, αρχίζαμε το Σεπτέμβριο με τον τρύγο.

(μένουν αγάλματα-μπαίνουν ο παπα-Τζώρτζης και η

κυρα Άννα κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί και μουστοκούλουρα)

ΠΑΠΑΣ: Έλα κυρα Άννα, φέτος η σοδειά μας στην Απάνω Μεριά ήταν καλή! Δόξα το Θεό! Και το κρασί μας το φτιάξαμε και το γλυκάδι μας, το μούστο, το πετιμέζι!

ΚΥΡΑ-ΑΝΝΑ: Τώρα κατάλαβα τη διαφορά του μούστου από το πετιμέζι, γιατί κι εγώ πάντα είχα ένα μπέρδεμα στο μυαλό μου γι’ αυτά τα δύο υλικά.
Όταν λέμε μούστο εννοούμε το χυμό των σταφυλιών που προκύπτει από το πάτημα.
Όταν λέμε πετιμέζι, εννοούμε το σιρόπι που προκύπτει από το βρασμό του χυμού των σταφυλιών, δηλαδή του μούστου. Είδες στο πάτημα τι έγινε παπά μου, Θεέ μου σχώρα με! Η Ρούσσενα, του Γιάννη μωρέ, ήπιε ήπιε κι εγώ δεν ξέρω πόσο! Γι αυτό χαχάνιζε σαν …άντε να μην πω!!!

ΠΑΠΑΣ: Μην κατηγορείς παιδί μου! Αφού ήταν νόστιμο το άτιμο!( Πίνει κρυφά από το μπουκάλι). Τα μουστοκούλουρά σου εξαιρετικά, αλλά δεν φτιάξαμε μουσταλευριά!!!

ΚΥΡΑ-ΑΝΝΑ: Θα φτιάξω παπά μου, άλλωστε γίνεται πολύ γρήγορα και τα παιδιά μου πρέπει να τρώνε, γιατί είναι πολύ θρεπτική! Κι αν βάλω και σουσάμι ουου… θα πάρουν όλο το ασβέστιο που χρειάζονται!!! Πάω να φτιάξω! Σε μισή ώρα έλα να σου δώσω να πάρεις και για τη μαμά σου! Και να της πεις να έρθει να φτιάξουμε τσακιστές ελιές την άλλη βδομάδα που έρχεται ο Οκτώβρης. Γεια σου πατέρα!

ΠΑΠΑΣ: Γεια σου κυρα Άννα σ’ ευχαριστώ πολύ!

ΓΙΑΓΙΑ: Τις τσακιστές ελιές με μάραθο σε άλμη, τις τρώγαμε πέντε-πέντε.

ΕΓΓΟΝΗ: Δεν καταλαβαίνω! Τσακιστές, μάραθο, άλμη!!! Τι είναι αυτά; (μένουν αγάλματα)

(μπαίνουν ο Νικόλας και η κυρία Ελπίδα)

ΝΙΚΟΛΑΣ: Κουράστηκα στο λιοτρίβι, κυρία Ελπίδα! Και τώρα έχω και να τσακίσω τις ελιές!

ΚΥΡΙΑ ΕΛΠΙΔΑ: Άντε βρε Νικόλα, και θα σου δώσω διπλό μεροκάματο. Ο καπετάνιος όταν θα έρθει από το ταξίδι του, θέλει να τις βρει έτοιμες για το κρασί του!!!

(παίρνει μια πέτρα, τις ελιές και ξεκινάει το χτύπημα- η κυρία Ελπίδα ετοιμάζει την άρμη)

ΝΙΚΟΛΑΣ: Τις τσάκισα, τις μωλώπισα! Τι να σας πω; Δείχνουν να είναι τέλειες!!!(δοκιμάζει)Μμμμ… αλλά είναι πικρές ακόμα! Θα τις βάλω σε νερό και σε 5-6 μέρες θα έρθω πάλι! Εσείς μην ξεχνάτε ν’ αλλάζετε το νερό κάθε μέρα για να ξεπικρίσουν. Μη δοκιμάσετε όμως μόνο την άκρη της! Γύρω απ’ το κουκούτσι κρατάνε πίκρα! Μην έρθει ο καπετάνιος και με μαλώσει!!!Και την άρμη, δηλαδή το νερό με το αλάτι μην ξεχάσουμε! Εγώ θα φέρω το μάραθο να τον βάλουμε μέσα και… καπετάνιε ποιος τη χάρη σου!!!

ΚΥΡΙΑ ΕΛΠΙΔΑ: Έννοια σου, Νικόλα μου! Θα το αλλάζω. Τώρα έλα να με βοηθήσεις να φουρνίσουμε το ψωμί. Είναι έτοιμο το ζυμάρι! Θα δώσουμε και στην οικογένεια του καπετάν Μάρκου. Τα πέντε παιδιά του, έχουν ανάγκη από τη βοήθειά μας.(φεύγουν)

ΠΑΠΠΟΥΣ: Κατάλαβες τώρα; Κάθε οικογένεια στον τόπο μας τα έφτιαχνε όλα αυτά. Αυτά είναι ο πολιτισμός μας, η κουλτούρα μας που λέτε κι εσείς οι νέοι, η ταυτότητά μας… η ζωή μας παιδί μου!!!

ΓΙΑΓΙΑ: Αμ, το Νοέμβριο!!! Ώρε τι γινόταν στα χοιροσφάγια. Πανηγύρια ολόκληρα!!!

ΠΑΠΠΟΥΣ: Θυμάσαι, γυναίκα μου!!! Εγώ ήμουν ο καλύτερος!!!

ΓΙΑΓΙΑ: Ε, μη γίνεσαι υπερβολικός… καλός ήσουν!!!(μένουν αγάλματα)

(η θεία Μαριγούλα υποδέχεται τους καλεσμένους της)

ΜΑΡΙΓΟΥΛΑ: Περάστε, περάστε… καλωσορίσατε!!!(μπαίνουν η Φραγκίσκα, η Λουίζα, η Αντουανέττα, η Μαργαρίτα , ο Παπάς, ο Νικόλας, η Κυρία Ελπίδα και η κυρα Άννα κρατώντας πεσκέσια)

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Και του χρόνου Θεία Μαριγούλα, και του χρόνου να ‘μαστε καλά.

ΦΡΑΓΚΙΣΚΑ: Έτοιμα τα κρεατινά για τα Χριστούγεννα.

ΛΟΥΙΖΑ: Τα λουκάνικα θα τα φυλάξω στη γλίνα.

ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΤΑ: Τη λούζα και την κοιλιά τη γεμιστή θα την κρεμάσω στο στεγάδι για να την κόψουμε στο θέρος.

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: (ναζιάρικα)Την πηχτή και το χοιρινό θα τα φυλάξω για τον αρραβωνιαστικό μου που θα έρθει μες στις γιορτές από την Τήνο!

ΠΑΠΑΣ: Άντε, παιδί μου, να σας παντρέψω να ησυχάσω! (κάνει το σταυρό του)

ΚΥΡΙΑ ΕΛΠΙΔΑ: Κυρα Άννα, να κρατήσουμε την καθαρή γλίνα για τους κουραμπιέδες μας και τα φοινίκια μας!!!

ΚΥΡΑ ΑΝΝΑ: Έννοια σου, κυρία Ελπίδα μου, θα κρατήσουμε!

ΝΙΚΟΛΑΣ: Τα καημένα τα γουρουνάκια! Τα τάιζα , τα πότιζα τους έδινα λουκουμάκι και ξερά σύκα για να τα γλυκάνω! Και τώρα έγιναν λουκάνικα και σύγγλινα. Α, ρε κοινωνία άτιμη, κοινωνία ψεύτρα!!! Τουλάχιστον να έρθουν οι τσαμπούνες να το γλεντήσουμε λίγο για να ξεχάσουμε τον πόνο μας!( μπαίνουν δυο μουσικοί με τις τσαμπούνες τους και παίζουν -οι υπόλοιποι χορεύουν)(τελειώνει ο χορός-χαιρετιούνται δίνοντας ευχές και φεύγουν)

ΠΑΠΠΟΥΣ: Και να φανταστείς, εγγόνα μου, εγώ ήμουν ο πρώτος στο χορό!!!

(η γιαγιά τον κοιτάει ειρωνικά)

ΕΓΓΟΝΗ: Γιαγιά, το γάλα ήταν ΒΙΟΣΥΡ;

ΓΙΑΓΙΑ: Όχι, παιδί μου!Κι αυτό καλό είναι! Το παίρναμε από τις αγελάδες και τα κατσίκια. Το αρμέγαμε κανονικά με τα χεράκια μας, το βράζαμε για να μπορούμε να το πιούμε και φτιάχναμε πολλά είδη τυριών όπως: κοπανιστή, ξυνοτύρια και γιαούρτια, ρυζόγαλο και υπέροχη γαλατόσουπα!

ΠΑΠΠΟΥΣ: Εκείνη την τυρόπιτα με την ανάλατη, πότε θα τη φτιάξεις ρε γυναίκα;

ΓΙΑΓΙΑ: Μπα, ανάλατη ορέχτηκες; Θα δούμε, θα δούμε!(μένουν αγάλματα)

(μπαίνουν η Λουίζα με την Αντουανέττα)

ΛΟΥΙΖΑ: Πάμε να μαζέψουμε κάπαρη από την Άνω Σύρο ;

ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΤΑ: Πάμε και αν βρούμε και αμπελόφυλλα από το κτήμα του Πρίντεζη, να πάρουμε, για να κάνουμε ντολμαδάκια.

(κάνουν πως μαζεύουν)

ΛΟΥΙΖΑ: Μεθαύριο είναι και ο γάμος της Μαργαρίτας. Θα περάσουμε ωραία. Να αποξηράνουμε στον ήλιο και αμύγδαλα, για να της κάνουμε και την παραδοσιακή σουμάδα.

ΑΝΤΟΥΑΝΕΤΤΑ: Αχ, πότε θα έρθει και η σειρά μας!!!

ΜΑΖΙ:(μένουν ακίνητες) Αχχχχχ!!!

ΠΑΠΠΟΥΣ: Την ωραιότερη σουμάδα την ήπια στο γάμο μου!!!

ΓΙΑΓΙΑ: Επιτέλους! Έλεος!!!

ΕΓΓΟΝΗ: (γελάει)

(μπαίνουν όλοι μαζί κρατώντας ποτήρια και δίσκους με γλυκά)

ΠΑΠΑΣ: Ωραίος γάμος! Ο ωραιότερος που έκανα τα τελευταία χρόνια! Μπράβο αγαπητοί μου! Να σας ζήσουνε!

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ: Ευχαριστούμε πατέρα, ελάτε να σας κεράσουμε γλυκό του κουταλιού. Το έφτιαξα εγώ, με τα χεράκια μου! Φυστίκι!!!

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ: Να ζήσετε! Να ζήσετε!!!(μένουν ακίνητοι)

ΓΙΑΓΙΑ: (πάει ο παππούς να μιλήσει-στον παππού) Μην πεις τίποτε!!! Έτσι που λες κοριτσάκι μου. Όλα τότε ήταν αγνά, υγιεινά και χειροποίητα. Μπορεί να μην είχαμε πολλά, αλλά ήταν καλά. Πολλά από όλα αυτά τα υλικά που βγαίνουν στο νησί μας, τα χρησιμοποιούσαμε και σαν φάρμακο για τις αρρώστιες.

ΠΑΠΠΟΥΣ: Εγώ άλλο ήθελα να πω! Ξεχάσαμε τις παστελαριές, τα ξερά σύκα, τον πελτέ και τις λιαστές ντομάτες!!!

ΓΙΑΓΙΑ: Είπα κι εγώ! Έχει δίκιο ο παππούς σου! Οι παστελαριές είναι ξερά σύκα, που ξεραίνονται στον ήλιο στα τέλη του καλοκαιριού. Είναι άριστο συνοδευτικό για τον καφέ τα χειμωνιάτικα απογεύματα. Ένα παραδοσιακό γλυκό των Κυκλάδων.
Σε όλα τα νησιά τα σύκα αποξηραίνονται. Αρωματίζονται με βότανα και ξηρούς καρπούς.

ΠΑΠΠΟΥΣ: Ο πελτές είναι σάλτσα από ντομάτες με χοντρό αλάτι, χωρίς καθόλου υγρά και το φυλάγαμε σε δοχεία με λίγο λάδι από πάνω.

ΓΙΑΓΙΑ: Και οι λιαστές ντομάτες είναι ντομάτες κομμένες στη μέση, λιασμένες μέχρι να ξεραθούν με χοντρό αλάτι και περασμένες σε κλωστή.

ΠΑΠΠΟΥΣ: Ρε συ γυναίκα φτάνει πια! Ψόφησα της πείνας με όλα αυτά! Θα φάμε τίποτε;

ΕΓΓΟΝΗ: Να παραγγείλουμε σουβλάκια;

ΓΙΑΓΙΑ: Σου ‘χω έτοιμα σουβλάκια! Ορίστε!!!( της φέρνει σουβλάκια από φρούτα) Είναι νόστιμα και υγιεινά. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε την υγεία μας!!! Μπορεί να μην τρεφόμαστε συχνά με τα παραδοσιακά υγιεινά εδέσματα της Συριανής Κουζίνας, αλλά ας φροντίζουμε να ακολουθούμε σωστή διατροφή για εμάς και τα παιδιά μας!!!

ΠΑΠΠΟΥΣ: Γεια σου ρε γυναίκα!!! Δεν ξέρω αν το καταλάβατε, αλλά παντρεύτηκα την καλύτερη γυναίκα της Σύρου!!!

ΓΙΑΓΙΑ: Του κόσμου φοβάσαι να πεις;

ΠΑΠΠΟΥΣ: ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ!!!!

ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΕΛΟΥΣ

(έπαιξαν τσαμπούνες  ζωντανά- κεράστηκαν παραδοσιακά εδέσματα  στο τέλος(ΠΡΕΚΑΣ-ΑΘΥΜΑΡΙΤΗΣ)- Η κ. Λουκρητία Δούναβη έγραψε χιουμοριστικά στιχάκια ανάμεσα στους διαλόγους- και τα ενσωματώσαμε (ντοπιολαλιές) στο κείμενο)
To παραπάνω σενάριο το έγραψα ειδικά για την Γ΄τάξη του Ιδιωτικού Σχολείου "Ο Άγιος Γεώργιος", στο πλαίσιο του προγράμματος της Ευέλικτης Ζώνης.
Παρουσιάστηκε στο Θέατρο ΑΠΟΛΛΩΝ Σύρου στις 16-5-2011.

















































Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

"...ένας διαφορετικός θίασος"

…ένας διαφορετικός θίασος(θεατρικό μονόπρακτο)


(ακούγεται φασαρία, μπαίνει ο συγγραφέας εξοργισμένος και από πίσω οι ηθοποιοί… συνεχίζουν να μαλώνουν με το συγγραφέα… μένουν αγάλματα)

Αφηγητής: Αρπάχτηκαν οι θεατρίνοι…έτσι πάντα γίνεται στο θέατρο…εδώ όμως έχουμε να κάνουμε μ’ έναν διαφορετικό θίασο από τους άλλους….έναν θίασο βγαλμένο από τη ΖΩΗ μας… τι εννοώ; Δείτε και θα καταλάβετε..



1ος : Α, εσείς είστε ο συγγραφέας;

Συγγραφέας: Ναι, εγώ. Και θα παίξουμε μια ιστορία που έχω γράψει για το θίασό σας.

2ος : Εγώ ποιο ρόλο θα παίξω;

3ος : Μα τι λες; Ποιο ρόλο; Εμείς είμαστε οι ρόλοι.

Συγγραφέας: Μα εσείς δεν είστε θέατρο!

4ος : Ναι, αλλά εμείς είμαστε η ζωή μας.

5ος : Συμφωνώ! Θα κάνουμε ένα πείραμα! Η ζωή μας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ στη Σύρο, γιατί μάθαμε μέσα από την ιστορία του τόπου μας πολλά πράγματα τα οποία μπορούμε να παίξουμε .

6ος : Δηλαδή να παίξουμε τη ζωή μας!

Συγγραφέας: Μα τι λέτε; Τη ζωή σας θα παίξετε;

7ος : Βεβαίως! Και θα την αποδώσουμε και πολύ καλά!

8ος : Εγώ θα παίξω το Βικέλα! Μου πάει πολύ ο αθλητισμός και… με το καπελάκι μου θα είμαι τέλειος!(φοράει ένα αθλητικό καπέλο)

9ος : Εγώ θα παίξω την Κοτοπούλη ( φοράει ένα καπέλο εποχής ).Έμαθα πως έπαιξε την τελευταία παράστασή της στο Θέατρο Απόλλων, το δικό μας Θέατρο, και συγκινήθηκα πολύ.

10ος : Εγώ θα κάνω τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα, που ανακάλυψε το 1898 το νεκροταφείο της Χαλανδριανής και υπολείμματα οχύρωσης , οικιών και άλλα.(όλοι με τη σειρά τους κάνουν και μια κίνηση ή φορούν κάτι χαρακτηριστικό)

11ος : Εγώ θα κάνω το Φερεκύδη!

12ος : Εγώ το Ροϊδη!

13ος : Εγώ το Νεόφυτο Βάμβα!

14ος: Εγώ μπορώ να κάνω την Ευανθία Καϊρη; (με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να αναφέρουμε κι άλλες φυσιογνωμίες ή επαγγέλματα του τόπου μας)

15ος : Εγώ το Μάνο Ελευθερίου που γράφω ωραία και τραγουδώ σωστά. Τον είδα τις προάλλες εδώ, έπινε καφέ στο Πάνθεον , ιστορικό στέκι!!! (τραγουδά έναν στίχο από ένα τραγούδι του π.χ.

…άλλος για Χίο τράβηξε πήγε

κι άλλος για Μυτιλήνη

κι άλλος στης Σύρας τα στενά

αίμα και δάκρυα πίνει…)



16ος : Εγώ είδα προχτές την κ. Λουκρητία Δούναβη, ποιήτρια και πεζογράφο του τόπου μας που με πολύ μεγάλη ευαισθησία αποτύπωσε τη ζωή της Άνω Σύρας στη δεκαετία του 1950.Αχ, να την κάνω;



( αλλάζει ύφος) «Γεννήθηκα στη Σύρα όπου η θάλασσα, τα βράχια κι οι αέρηδες κυριαρχούν. Δεν θα 'θελα να είχα γεννηθεί σε άλλον τόπο εκτός από αυτόν που γεννήθηκα». (μπορούμε και να πούμε εν χορώ και χιουμοριστικά στιχάκια της)

Συγγραφέας: Τι λένε Θεέ μου!!! Τι λένε!!!

17ος : Το βυρσοδέψη, βρε παιδιά, εγώ θα τον παίξω… αυτός ο ρόλος μου πάει γάντι!

18ος : Την Κυβέλη; Την ξεχάσαμε! Βέβαια δεν ήταν από τη Σύρο, αλλά έπαιξε εδώ θέατρο το 1904. Και έχουμε και το Ινστιτούτο Κυβέλη στον τόπο μας! Τιμή μας και καμάρι μας!!! Εγώ θα την παίξω! Έχω δει και τα προσωπικά της αντικείμενα, τα θεατρικά της κοστούμια. Θα είμαι εξαιρετική σ’ αυτό το ρόλο!!!

19ος: Είναι τόσοι πολλοί οι ρόλοι μας και τόσο ενδιαφέροντες που δεν ξέρω ποιον απ’ όλους να διαλέξω. Τόσο ενδιαφέροντες όσο και η ζωή μας σ’ αυτό το νησί.

20ος : Ωραία εγώ θα επιμεληθώ τα κοστούμια σας και το σκηνικό! Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό!

21ος : Μήπως ψάχνετε για σκηνοθέτη; Ολόκληρος/η μπροστά σας!!!

22ος : Φώτα, αυλαία… πάμε!!!

Σκηνοθέτης: Πολύ καλά λοιπόν, αφού θέλετε να παίξετε τους ρόλους αυτούς και να ζήσετε μέσα από αυτούς τη ζωή σας…. ΚΑΝΤΕ ΤΟ!!! ( μένουν όλοι αγάλματα)

Αφηγητής: Το πείραμα έγινε τελικά, για ν’ αποδειχθεί πως η σκηνική τέχνη είναι η πιο ωραία και η πιο τραγική απ’ όλες τις άλλες τέχνες. Ζει σαν τη ζωή, πεθαίνει σαν τη ζωή. Αν μ’ ένα μαγικό ραβδί, ζωντάνευαν όλες οι ζωές, όλοι οι έρωτες, όλοι οι πόνοι, αυτή η ζωντανή μάζα θα συνέτριβε το έργο κάθε άλλης τέχνης. Εδώ η τέχνη δημιούργησε τη ζωή. Λίγη απ’ αυτήν τη διαβατική ζωή των προγόνων μας προσπάθησαν οι ηθοποιοί να παρουσιάσουν εδώ σήμερα πάνω σ’ αυτή τη σκηνή. Κι όσο για τις αυθαιρεσίες τους, σας παρακαλούμε να τους συγχωρέσετε.

(τραγούδι, χορός)

Αποστολίδου Ελισάβετ

για τη ΣΤ’ τάξη του Δημοτικού Σχολείου Ποσειδωνίας

15 Μαϊου 2011
(στο πλαίσιο της ευέλικτης ζώνης με θέμα "Τοπική Ιστορία")

"...ένας διαφορετικός θίασος"

ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

ΠΟΣΕΙΔΩΝΙΑΣ



ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ









Την Παρασκευή 27 Μαΐου στις 7.30 μ.μ. σας προσκαλούμε στο Ινστιτούτο Κυβέλη (Σπαρτιατών & Λεωνίδου 4 Άγιος Νικόλαος Ερμούπολη) με σκοπό να επισκεφθούμε τους χώρους του και να παρακολουθήσουμε τα παιδιά μας της ΣΤ΄τάξης στο θεατρικό μονόπρακτο «…ένας διαφορετικός θίασος» το οποίο προετοιμάσαμε σε συνεργασία με την κ. Βέτα Αποστολίδου (υπεύθυνη πολιτιστικών θεμάτων) στα πλαίσια του προγράμματος «Τοπική ιστορία».

Η εκδήλωση εντάσσεται στο πρόγραμμα του 2ου Μαθητικού Φεστιβάλ Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Κυκλάδων.


Οι δασκάλες


Περπινιά Ειρήνη

Ρούσσου Λουίζα






Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

2o Mαθητικό Φεστιβάλ Α/θμιας Εκπ/σης Κυκλάδων


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Ερμούπολη 18-5-2011

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, ΔΙΑ ΒΙΟΥ Αρ.πρωτ.:

ΜΑΘΗΣΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

ΠΕΡΙΦ/ΚΗ Δ/ΝΣΗ Π &Δ ΕΚΠ/ΣΗΣ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ

Δ/ΝΣΗ Π/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠ/ΣΗΣ ΚΥΚΛΑΔΩΝ

ΤΜΗΜΑΤΑ ΚΑΙΝΟΤΟΜΩΝ ΔΡΑΣΕΩΝ



Ταχ. Δ/νση: Πετροκοκκίνου 18

Ταχ. Κώδικας: 84100 Σύρος

Πληροφορίες: Αποστολίδου Ε.,Διαμαντή Χ.,Σκρέτα Τ., Χατζηπαρασκευαίδης Α.



Τηλέφωνο: 22810-79355,79354,79346

FAX: 22810-79347





ΠΡΟΣ:Δημοτικά Σχολεία και Νηπιαγωγεία Σύρου



ΚΟΙΝ:

-Περιφερειακή Δ/νση Εκπ/σης Ν.Αιγαίου

-Σχολικοί Σύμβουλοι Α/θμιας Εκπ/σης Κυκλάδων





ΘΕΜΑ: Πρόγραμμα του 2ου Μαθητικού Φεστιβάλ Α/θμιας Εκπ/σης Κυκλάδων



Σας ενημερώνουμε ότι τα Τμήματα Καινοτόμων Δράσεων της Δ/νσης Α/θμιας Εκπ/σης Κυκλάδων πρόκειται να διοργανώσουν στην Ερμούπολη το 2ο Μαθητικό Φεστιβάλ Δ/νσης Α/θμιας Εκπ/σης Κυκλάδων από Δευτέρα 23-Παρασκευή 27 Μαΐου 2011.

Συνημμένα σας κοινοποιούμε το πρόγραμμα των μαθητικών εργαστηρίων και των παράλληλων εκδηλώσεων.





Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΕΚΠ/ΣΗΣ



ΕΙΡΗΝΗ ΒΛΑΣΤΑΡΗ



ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ:


1. «Η δύναμη της ομάδας» Τάνια Σκρέτα

Πνευματικό Κέντρο

(αίθουσα Ροΐδη)

2. Θεατρικό παιχνίδι

Ελισάβετ Αποστολίδου

Aίθουσα Συλλόγου Βορειοελλαδιτών Σύρου(Μυτιλήνης 17)

3. Αφήγηση παραμυθιού

Ευάγγελος Ευαγγελίου

Πινακοθήκη Κυκλάδων

4. Εργαστήρι παρασκευής ψωμιού

Φούρνος Πιτσικάλη Πλατεία Μιαούλη

5. Εργαστήρι γελοιογραφίας

Σπύρος Ξαγοράρης

Πνευματικό Κέντρο

(αίθουσα Ροΐδη)

6. Εργαστήρι ζαχαροπλαστικής

Ζαχαροπλαστείο Αθυμαρίτη

7. Εργαστήρι παρασκευής ψωμιού

«Ντάνος»

Πινακοθήκη Κυκλάδων

8. Εργαστήρι Γλυπτικής

Παναγιώτης Καλούδης

Πινακοθήκη Κυκλάδων

9. Παραδοσιακά παιχνίδια

Μαρία Σταμπουλή (Γυμνάστρια)

Γυμναστήριο Πευκάκια

10. Εργαστήριο μαγειρικής

Βασίλης Σαϊπάς

Grill στέκι

11. Εργαστήρι χαρτοπολτού

Ελπίδα Ρούσσου

4οΔημ.Σχολείο

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ:

Πέμπτη 26/5/11 ώρα 10.00πμ Αίθουσα πολλαπλών χρήσεων 4ου Δ.Σχ.Ερμ. Θεατρική παράσταση από ΣΤ1 και ΣΤ2 του 4ου Δ.Σχ.Ερμ με τίτλο «Το πετράδι επιστρέφει»

Παρασκευή 27/5/11 ώρα 8.00μ.μ. Ινστιτούτο Κυβέλη (Λεωνίδου 4) Θεατρικό μονόπρακτο από ΣΤ1και ΣΤ2 του Δημ. Σχ. Ποσειδωνίας με τίτλο «Ένας διαφορετικός θίασος»

















































Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

"Το Πετράδι Επιστρέφει"

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ







Το Τμήμa Πολιτιστικών Θεμάτων Α /θμιaς Εκπ/σης Κυκλάδων



κaι οι ΣΤ΄ τάξεις του 4ου Δημ . Σχ . Ερμούπολης σας προσκαλούν



στη θεατρική παράσταση με τίτλο :



«Το Πετράδι Επιστρέφει» ,



την Πέμπτη 26-5-2011 και ώρα 10:00 π .μ . στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων



του 4ου Δημ . Σχ . Ερμούπολης .



Πρόκειται για ένα αφιέρωμα στη Μικρασιατική καταστροφή



μέσα από μια αληθινή ιστορία .



ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΔΙΑ ΒΙΟΥ ΜΑΘΗΣΗΣ

ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

ΠΕΡΙΦ/ΚΗ Δ/ΝΣΗ Π & Δ ΕΚΠ/ΣΗΣ Ν. ΑΙΓΑΙΟΥ

Δ/ΝΣΗ Π/ΘΜΙΑΣ ΕΚΠ/ΣΗΣ ΚΥΚΛΑΔΩΝ

Ταχ. Δ/νση: Ι. Πετροκοκκίνου 18

Ταχ. Κώδικάς: 84-100

Πληροφορίες: Ελισάβετ Αποστολίδου

Τηλέφωνο: 22810-79354

Fax: 22810-79347

e-mail: politistika@dipe.kyk.sch.gr

blog: politistikakyklades.blogspot.com







Ερμούπολη:20-05-2011

Αριθ. Πρωτ.: 2559











ΠΡΟΣ: Δημ. Σχ. Σύρου











ΘΕΜΑ: «Διαγωνισμός Φωτογραφίας»



Σας ανακοινώνουμε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού φωτογραφίας με θέμα «Οι γειτονιές μας».



1ο Βραβείο: Δρόσος Σταύρος Α’ τάξη -6ο Δημοτικό Σχ. Ερμούπολης (ψηφιακή φωτογραφική μηχανή)

2ο Βραβείο: Σκίκας Ισίδωρος Β’ τάξη – 2ο Δημοτικό Σχ. Ερμούπολης ( βιβλίο)

3ο Βραβείο: Σακελλαρίου Αγγελική- Στεφάνου Μικαέλα Ε’ τάξη - Δημ. Σχ. Ποσειδωνίας (βιβλία)

1ος Έπαινος: Σεβαστιανός Ρηγούτσος Δ’ τάξη -Δημ. Σχ. Ποσειδωνίας

2ος Έπαινος: Σαμανίου Λεονάρδος Α2 τάξη- 4ο Δημοτικό Σχ. Ερμούπολης

3ος Έπαινος: Τσιτονάκη Βασιλική Γ2 τάξη -4ο Δημ. Σχ. Ερμούπολης



Σε όλα τα παιδιά που συμμετείχαν στο διαγωνισμό θα τους δοθεί ένα αναμνηστικό από τη Λέσχη Φωτογραφίας Σύρου και ένα βιβλίο από το Τμήμα Πολιτιστικών Θεμάτων Α/θμιας Εκπ/σης Κυκλάδων.

Η απονομή των βραβείων θα γίνει στις 3 Ιουνίου 2011 στον πεζόδρομο, όπου θα υπάρχει και έκθεση φωτογραφιών πολλών συμμετεχόντων.

Θα σας σταλεί σύντομα η αφίσα για τη διοργάνωση αυτή.

Συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά για τις υπέροχες φωτογραφίες τους.







Η ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ                     Η Δ/ΝΤΡΙΑ ΕΚΠ/ΣΗΣ Ν. ΚΥΚΛΑΔΩΝ







ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ                                                                    ΕΙΡΗΝΗ ΒΛΑΣΤΑΡΗ


1ο ΒΡΑΒΕΙΟ


2ο ΒΡΑΒΕΙΟ


3ο ΒΡΑΒΕΙΟ


1ος ΕΠΑΙΝΟΣ 


2ος ΕΠΑΙΝΟΣ


3ος ΕΠΑΙΝΟΣ


Τρίτη, 17 Μαΐου 2011

"Το θαύμα της αγάπης"

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ




Τα παιδιά του χωριού τον φώναζαν Κυρ-Κατσούφη

Όμως το όνομά του ήταν Τούμη. Κύριος Τζόναθαν Τούμη. Αν και δεν ήταν ευγενικό να βγάζεις παρατσούκλια στον κόσμο, αυτό του ταίριαζε πολύ. Γιατί ο Τζόναθαν Τούμη σπάνια χαμογελούσε. Δε γελούσε σχεδόν ποτέ. Περπατούσε μουρμουρίζοντας γκρινιάρικα, μίλαγε πάντα κατσούφικα, παραπονιόταν για τις καμπάνες που χτυπούσαν, παραπονιόταν για τα πουλιά που κελαηδούσαν, παραπονιόταν για τα παιδιά που έκαναν θόρυβο παίζοντας. Για όλα παραπονιόταν….

Ο κύριος Τούμη ήταν ξυλογλύπτης. Μερικοί έλεγαν ότι ήταν ο καλύτερος σε όλη την κοιλάδα. Περνούσε τις μέρες του καθισμένος σ’ έναν πάγκο σκαλίζοντας όμορφα αντικείμενα από ξύλο πεύκου, καρυδιάς και καστανιάς.

Ο Τζόναθαν Τούμη δεν ήταν γέρος. Όμως έτσι φαινόταν, αφού περπατούσε πάντα σκυφτός με το κεφάλι κάτω.

Οι άνθρωποι του χωριού δεν το γνώριζαν, αλλά υπήρχε λόγος που ήταν κατσούφης και γκρινιάρης. Υπήρχε λόγος που περπατούσε σκυθρωπός, σαν να κουβαλούσε ένα μεγάλο βάρος στους ώμους του. Μερικά χρόνια πριν, όταν ο Τζόναθαν ήταν νέος, γεμάτος ζωή και γεμάτος αγάπη, η γυναίκα του και το μωρό τους αρρώστησαν βαριά. Και επειδή εκείνο τον καιρό δεν υπήρχαν φάρμακα και ικανοί γιατροί πέθαναν και οι δυο με διαφορά τριών ημερών ο ένας απ’ τον άλλον. Έτσι ο Τζόναθαν πήρε τα υπάρχοντά του και εγκαταστάθηκε σ’ ένα μικροσκοπικό σπίτι στην άκρη του χωριού για ν’ ασχοληθεί με την ξυλογλυπτική.

Μια μέρα, στις αρχές του Δεκέμβρη, κάποιος χτύπησε την πόρτα του Τζόναθαν. Μουρμουρίζοντας και γκρινιάζοντας, πήγε ν’ ανοίξει. Έξω στεκόταν μια γυναίκα και ένα νεαρό αγόρι. Ήταν η χήρα Μακντάουελ, η οποία ήταν καινούρια στο χωριό με το γιο της τον Τόμας. Του ζήτησε να της κάνει μια δουλειά. Να τις σκαλίσει χριστουγεννιάτικες φιγούρες για τα Χριστούγεννα. Είχε χάσει τις παλιές, με τη μετακόμιση, και ο μικρός Τόμας τις ήθελε για να στολίσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Δυο πρόβατα, έναν άγγελο, την Παναγία, τον Ιωσήφ, το μικρό Χριστό και τους σοφούς Μάγους.

«Θα δεχτείτε τη δουλειά;» ρώτησε η κυρία Μακντάουελ.

«Δέχομαι» είπε ο Τζόναθαν και με αγένεια έκλεισε την πόρτα.

Την ερχόμενη βδομάδα τον επισκέφτηκε πάλι η κυρία Μακντάουελ και τον παρακάλεσε να παρακολουθήσει ο μικρός Τόμας την ξυλογλυπτική, γιατί , όταν θα μεγάλωνε, ήθελε να γίνει κι αυτός ξυλογλύπτης. Τον διαβεβαίωσε πως θα είναι πολύ ήσυχος.

Ο Τζόναθαν στενάζοντας δέχτηκε λέγοντας στον μικρό πως ούτε θα κουνιέται, ούτε θα μιλάει ούτε θα κάνει θορύβους.

Η κυρία Μακντάουελ, αφού έδωσε στον Τζόναθαν ένα καρβέλι ζεστό ψωμί, έβγαλε το πλεκτό της και κάθισε σε μια κουνιστή καρέκλα σε μια απόμερη γωνιά της καλύβας.

«Όχι εκεί!!! Φώναξε ο Τζόναθαν. «Κανείς δεν κάθεται σ’ αυτήν την καρέκλα»







Η κυρία Μακντάουελ τρομαγμένη κάθισε σε μια άλλη καρέκλα δίπλα στο τζάκι, ενώ ο Τόμας προσπαθούσε να μην κάνει τον παραμικρό θόρυβο για να μην ενοχλήσει τον παράξενο ξυλογλύπτη .

Κάποια στιγμή ο Τόμας είπε στον Τζόναθαν πως τα πρόβατα είναι πανέμορφα, αλλά έπρεπε να δείχνουν πιο χαρούμενα, γιατί ήξεραν πως είναι με το μικρό Χριστό, η αγελάδα έπρεπε να δείχνει πιο περήφανη γιατί ο Χριστός είχα διαλέξει το στάβλο της για να γεννηθεί, ο άγγελος πρέπει να δείχνει σαν ένας από τους πιο σπουδαίους αγγέλους, γιατί είχε σταλεί για το μικρό Χριστό, οι μάγοι πρέπει να φορούν τα πιο όμορφα ρούχα και ο Ιωσήφ και η Μαρία να είναι σκυφτοί πάνω από το μικρό Χριστό σαν να τον προστάτευαν.

Εκείνο το βράδυ ο Τζόναθαν δούλεψε τις φιγούρες με μεγάλη προσοχή μέχρι που τα βλέφαρά του βάρυναν κι έκλεισαν.

Λίγες μέρες αργότερα η κυρία Μακντάουελ και ο μικρός Τόμας επισκέφτηκαν την καλύβα του Τζόναθαν και παρακολούθησαν τη δημιουργία της πιο ξεχωριστής φιγούρας: του μικρού Χριστού.

Ο Τόμας είχε και εδώ μια παρατήρηση. Ο μικρός Χριστός έπρεπε να χαμογελά και να απλώνει τα χέρια του προς την μητέρα του την Παναγία που φαινόταν ότι τον αγαπάει πάρα πολύ.

Ο Τζόναθαν ευχαρίστησε τον Τόμας και του είπε πως την επόμενη μέρα, που ήταν Χριστούγεννα, θα ήταν έτοιμες οι φιγούρες του.





Η κυρία Μακντάουελ πρόσφερε στον Τζόναθαν ένα ζεστό και χαρούμενο κασκόλ πλεγμένο στο χέρι. Ο Τζόναθαν χαμογέλασε αμυδρά, τύλιξε το κασκόλ στο λαιμό του και τους αποχαιρέτισε.

Εκείνο το βράδυ ο Τζόναθαν αντί να φάει το βραδινό του ξεκίνησε να σχεδιάσει τις τελευταίες φιγούρες. Ζωγράφισε την Παναγία μετά τσαλάκωσε το σκίτσο και το πέταξε στο πάτωμα, ζωγράφισε το βρέφος τσαλάκωσε το σκίτσο και το πέταξε δίπλα στο πρώτο. Σχεδίασε ξανά. Και πάλι τσαλάκωσε το χαρτί. Σύντομα σχηματίστηκε ένα μικρό βουνό από τσαλακωμένα χαρτιά στα πόδια του. Όταν τα μεσάνυχτα άκουσε τις καμπάνες της εκκλησίας να σημαίνουν την έναρξη της Χριστουγεννιάτικης λειτουργίας, σηκώθηκε άνοιξε το συρτάρι κάτω από το ντουλάπι, που είχε χρόνια να το ανοίξει, έβγαλε ένα δαντελωτό μαντίλι, ένα ζευγάρι μικρές κάλτσες και μια θαυμάσια ξυλόγλυπτη κορνίζα από ξύλο καστανιάς που περιείχε το σκίτσο μιας γυναίκας καθισμένης σε μια κουνιστή πολυθρόνα να κρατάει ένα μωρό. Δυο δάκρυα κύλισαν στα μάγουλά του.

Τα τοποθέτησε στον πάγκο του κι άρχισε να σκαλίζει σταθερά και σίγουρα. Σκάλιζε όλη νύχτα.

Την επόμενη μέρα, όταν η κυρία Μακντάουελ και ο Τόμας ήρθαν να πάρουν τις φιγούρες, αντίκρισαν μια υπέροχη εικόνα: χαρούμενα πρόβατα, μια αγελάδα περήφανη, έναν πολύ σπουδαίο άγγελο με μεγαλόπρεπα φτερά, τρεις μάγους με πλούσια και φινιρισμένα άμφια, έναν στοργικό Ιωσήφ, μια αφοσιωμένη Παναγία και έναν χαμογελαστό Χριστούλη που άπλωνε τα χέρια του ν’ αγγίξει το πρόσωπο της μητέρας του.

Εκείνη τη μέρα ο Τζόναθαν πήγε στη Χριστουγεννιάτικη λειτουργία με τη χήρα Μακντάουελ και τον μικρό Τόμας. Κι εκείνη τη μέρα στο προαύλιο της εκκλησίας τα παιδιά του χωριού είδαν τον Τζόναθαν να τινάζει το κεφάλι του ψηλά και να γελά. Έτσι πρόσεξαν και τα γαλάζια μάτια του, που είχαν το χρώμα του Αυγουστιάτικου ουρανού.

Από τότε κανείς πια δεν τον ξαναφώναξε κυρ-Κατσούφη





"Η νύχτα των θαυμάτων"

Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ (το έργο παρουσιάστηκε σε μαύρο θέατρο στην Πινακοθήκη Κυκλάδων από το 2ο Δημ. Σχ. Ερμούπολης)




ΑΦΗΓΗΤΗΣ/ΤΡΙΑ: Παραμονή Χριστουγέννων και η μικρή πολιτεία ήταν στολισμένη και ολόφωτη. Από τα παράθυρα των σπιτιών μπορούσε κανείς να δει χριστουγεννιάτικα δέντρα στολισμένα, με τα δώρα ακουμπισμένα δίπλα στη φάτνη και τα τραπέζια στρωμένα και γεμάτα με πλούσια φαγητά.

Η μυρωδιά των νόστιμων φαγητών γέμιζε τον αέρα και από παντού ακούγονταν τα γιορτινά κάλαντα.

Στο παράθυρο, όμως, ενός μικρού σπιτιού έβλεπες μόνο δύο προσωπάκια. Δυο μικρά, θλιμμένα προσωπάκια με βουρκωμένα μάτια να κοιτάζουν τον ουρανό. Να κοιτάζουν τον ουρανό και η σκέψη τους να φτερουγίζει ψηλά. Ψηλά, εκεί που τ’ αστέρια λαμπυρίζουν και φωτίζουν τη μαγική βραδιά.

(μουσική-ανάβει το black light και φωτίζονται τα δυο παιδιά)

Δυο αδέλφια ορφανά, ο Βασίλης και η Λενιώ. Δυο παιδιά που στα πρόσωπά τους μαζί με τη θλίψη βλέπεις και τη λαχτάρα. Μαζί με την απελπισία βλέπεις και την ελπίδα. Μαζί με το δάκρυ βλέπεις και το χαμόγελο.

Τέτοια νύχτα θα έπρεπε να είναι χαρούμενα κι ευτυχισμένα, θα έπρεπε να ξετυλίγουν δώρα και να τρώνε ζαχαρωτά, θα έπρεπε να έχουν μια ζεστή αγκαλιά, κα΄τι που όλα τα παιδιά του κόσμου το χρειάζονται.

Σκέφτονται. Σκέφτονται τ’ αστέρια.

(εμφανίζονται τ’ αστεράκια και χορεύουν)

Σκέφτονται αυτό που κάποτε τους έλεγε η μανούλα τους, πως όταν πέφτει ένα αστέρι, κάνεις μια ευχή και αυτή πραγματοποιείται.

Αυτή τη μαγική βραδιά, τη βραδιά των Χριστουγέννων, ένα αστέρι λάμπει στο στερέωμα, πιο λαμπερό από όλα τ’ άλλα. Ένα αστέρι που θαμπώνεσαι όταν το βλέπεις. Άραγε, γιατί να ‘ναι τόσο λαμπερό; Άραγε, τι ευχή θα έκαναν αν έπεφτε ένα αστέρι; Άραγε, τι θα διάλεγαν απ’ όλα όσα είχαν ανάγκη;

Αυτές οι σκέψεις περνούσαν από τα αθώα μυαλά των μικρών παιδιών, μέχρι που είδαν το αστέρι να πέφτει. Να πέφτει αργά και να χάνεται σιγά-σιγά το φως του στον καθαρό ορίζοντα.

(πέφτει ένα αστέρι, ενώ τα υπόλοιπα κρατούν ψηλά τ’ αστέρια τους-μουσική χορός αστεριών-φεύγουν σιγά-σιγά)

Τα βλέμματα των παιδιών συναντήθηκαν λες και σκέφτονταν την ίδια ευχή. Έκλεισαν τα μάτια και ευχήθηκαν αυτό που λαχταρούσαν. Άραγε, τι να ήταν αυτό;

Η βραδιά έξω μύριζε χιόνι. Σε λίγα λεπτά άρχισαν δειλά-δειλά να εμφανίζονται οι πρώτες νιφάδες χιονιού. Ήταν κατάλευκες. Οι νυφούλες τ’ ουρανού στροβιλίζονταν εδώ κι εκεί, σαν να ήθελαν να ξεφύγουν η μια από την άλλη, σαν να ήθελαν να είναι ελεύθερες στον αέρα για να χορέψουν τον υπέροχο αυτό χορό τους.

(εμφανίζονται οι νιφάδες και χορεύουν-μουσική)

«Νύχτα γεμάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια». Αυτή την ξεχωριστή βραδιά, αυτή τη βραδιά της ελπίδας, που η αγάπη μαλακώνει ακόμα και τις πιο σκληρές καρδιές, το πνεύμα των Χριστουγέννων, ολοζώντανο, απλώνεται πάνω από το παγωμένο φτωχόσπιτο, για να δώσει υπόσταση τα βαθύτερα όνειρα και στις επιθυμίες των δυο μικρών παιδιών, που πεινασμένα, παγωμένα, μα περισσότερο απ’ όλα απελπισμένα για τη μοναξιά και την ορφάνια τους, αποκοιμούνται το ένα στην αγκαλιά του άλλου, σε μια προσπάθεια να ζεσταθούν , μα και να νιώσουν ότι κάποιος τα νοιάζεται.

(οι νιφάδες φεύγουν σιγά-σιγά με τη μουσική υπόκρουση)

Ξαφνικά, μια λάμψη φωτίζει το σκοτεινό δωμάτιο, ένα μικρό φως απόκοσμο, βγαλμένο σαν από όνειρο και, μέσα σ’ αυτό, μερικές ευχούλες μοιάζουν να στροβιλίζονται και ενώνονται σ’ έναν παράξενο χορό, σ’ έναν μαγικό κύκλο αγάπης.

(εμφανίζονται οι ευχούλες-μουσική-χορός)

Ενώνουν τα χέρια και κάτι φαίνεται να ψιθυρίζει η μια στην άλλη.

ΕΥΧΟΥΛΑ: -Πόσο κρύο υπάρχει εδώ, τι παγωνιά απλώνεται παντού!!! Νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε με ένα τζάκι. Με μια γλυκιά, ζεστή φωτιά που οι φλόγες της θα ζεστάνουν τα παγωμένα κορμάκια τους και θα ανακουφίσουν τις πληγωμένες ψυχές τους.

ΑΦΗΓΗΤΗΣ/ΤΡΙΑ: Και μ’ ένα δυνατό φτερούγισμα των μεγάλων ολόλευκων φτερών της, κάλεσε τη νεράιδα της ζεστασιάς, να έρθει κοντά τους για να φέρει αυτό που τόσο έλειπε μια παγωμένη βραδιά.

(εμφανίζεται η νεράιδα της ζεστασιάς-μουσική)

Η νεράιδα της ζεστασιάς κούνησε δυο τρεις φορές το μαγικό ραβδί της , τίναξε λίγη αστερόσκονη, που κουβαλούσε πάντα μαζί της και μουρμουρίζοντας κάτι ακαταλαβίστικα για τους αμύητους ξόρκια, κατάφερε σε λίγα λεπτά ν’ ανάψει την πιο όμορφη και την πιο γλυκιά φωτιά του κόσμου, μια φωτιά που ακτινοβολούσε αγάπη και οι φλόγες της έλιωναν θαρρείς, ότι πιο άσχημο μπορούσαν να κρύβουν οι ψυχές των ανθρώπων.

(εμφανίζονται τα παιδιά που κρατούν το τζάκι και τη φωτιά)

ΕΥΧΟΥΛΕΣ: -Ααααα!!!

ΑΦΗΓΗΤΗΣ/ΤΡΙΑ: Έκαναν ξαφνιασμένες και χαρούμενες οι άλλες ευχούλες.Τι όμορφη φωτιά, τι γλυκιά θαλπωρή που εκπέμπει!!!

Πράγματι, είναι όμορφη, αλλά δεν είναι αρκετή, είπε μια άλλη ευχούλα, που στεκόταν λίγο πιο πέρα σκεφτική, σα να ήθελε ν’ αποφασίσει ποια θα ήταν η επόμενη ενέργειά τους. Νομίζω ότι ο χώρος θα έδειχνε πιο όμορφος και πιο χαρούμενος, με ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ένα δέντρο γεμάτο στολίδια. Ένα δέντρο που σε κάθε κλαδί του να φέρνει και μια ελπίδα γι’ αυτά, μα και για όλα τα παιδιά του κόσμου.

Έχεις δίκιο, είπε η ευχούλα που στεκόταν πλάι στο τζάκι και κουνώντας απαλά και με χάρη τις όμορφες φτερούγες της, κάλεσε κοντά της τη νεράιδα του χριστουγεννιάτικου δέντρου.

(εμφανίζεται η νεράιδα)

Αστραπιαία, μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, η νεράιδα του χριστουγεννιάτικου δέντρου, έφτασε κοντά τους. Τίναξε με χάρη μια φορά, αλλά αποφασιστικά, το λεπτό μαγικό ραβδί της, και αφού είπε κι αυτή τα μαγικά ξόρκια της, ένα σύννεφο καπνού απλώθηκε για λίγο, και μέσα από αυτό άρχισε να σχηματίζεται ένα όμορφο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

(εμφανίζονται οι μπάλες και σχηματίζεται το δέντρο)

Μικρές και μεγάλες χριστουγεννιάτικες μπάλες, πράσινες, κόκκινες, χρυσαφένιες, έβρισκαν τη θέση τους στα κλαδιά του με τρόπο μαγικό. Καμπανούλες πολύχρωμες, αγγελάκια με ολόασπρα φτερά, μουσικά οργανάκια από γυαλί και μέταλλο, πέταλα για ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ, κουκουνάρια και ασημοβροχή, ενώθηκαν όλα μαζί, αυτή τη μαγική βραδιά, δίνοντας το καθένα την ομορφιά και τη χάρη του, για να σχηματιστεί αυτό το ιδιαίτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Στην κορυφή του έλαμπε περήφανο και χαρούμενο το πιο λαμπρό αστέρι που φτιάχτηκε ποτέ, αντανακλώντας στο φως του τη λάμψη της αγάπης και της χαράς που παίρνουμε όλοι μας, όταν προσφέρουμε με ανιδιοτέλεια.

Το δέντρο είναι πραγματικά υπέροχο!!! Τα πολύχρωμα φώτα του και τα στολίδια του το κάνουν να μοιάζει παραμυθένιο!!!

ΕΥΧΟΥΛΑ: «Έκανες πολύ καλή δουλειά! Είμαι περήφανη για σένα», είπε η ευχούλα στη νεράιδα. «Οι μικροί μας φίλοι θα χαρούν πολύ όταν το δουν. Είμαι σίγουρη πως κάτω από τα φωτισμένα και στολισμένα κλαδιά του, θα ξεχάσουν για λίγο τη μοναξιά και τη δυστυχία τους», της απάντησε η νεράιδα και συνέχισε:»Σίγουρα θα χαρούν πολύ, όταν το δουν».

«Πρέπει όμως να φύγω! Έχω να πραγματοποιήσω και άλλες ευχές με όμορφα χριστουγεννιάτικα δέντρα!

ΑΦΗΓΗΤΗΣ: Αυτά είπε η καλή νεράιδα και χάθηκε μέσα στη λάμψη των αστεριών….(φεύγει)

Κάπου εκεί ψηλά, μέσα στα αμέτρητα λαμπερά αστέρια αυτής της ξεχωριστής νύχτας, μια ακόμα ευχούλα φτερουγίζει με λαχτάρα και νιώθει να την καλούν οι σκέψεις και οι επιθυμίες των δυο μικρών παιδιών. Σκέψεις που ταξιδεύουν πάνω από τη γη, πέρα από το χρόνο και έχουν τόση δύναμη, που η ευχούλα σταματά το πέταγμά της, απλώνει τα χεράκια της και τις αφήνει να της ψιθυρίσουν απαλά στο αυτί: «ΔΩΡΑ, ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ».

Η ευχούλα σκέφτεται για μια στιγμή κι έπειτα πετά γρήγορα για να συναντήσει τη νεράιδα της χαράς.

Ναι, σε αυτήν θα πάει για να γίνει πραγματικότητα η σκέψη και η επιθυμία των μικρών παιδιών.

(εμφανίζεται η νεράιδα της χαράς)

Η νεράιδα της χαράς χαίρεται πολύ τη βλέπει. Τη αγκαλιάζει θερμά και χτυπώντας το μαγικό ραβδί της, βρίσκονται ξαφνικά να στέκονται μέσα στο φτωχικό σπιτάκι των δύο ορφανών παιδιών, κάτω από το φωτεινό χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Έχεις δίκιο καλή μου ευχή! Είπε η νεράιδα, αφού διάβασε προσεχτικά τη σκέψη της ευχούλας. Εδώ χρειάζονται μερικά πακέτα με όμορφα δώρα και παιχνίδια. Όλοι οι άνθρωποι αγαπούν τα δώρα και χαίρονται με αυτά, ειδικά όταν τα δίνουν και τα παίρνουν με αγάπη. Πόσο μάλλον τα παιδιά. Θα ξετρελαθούν με τα παιχνίδια!!! Πόσο θα χαρεί η ψυχούλα τους!!!

Αυτά είπε η νεράιδα και χτύπησε το μαγικό ραβδάκι της σκορπώντας χρυσή και ασημένια αστερόσκονη μέσα στο χώρο.(μπαίνουν τα παιδιά που κρατούν τα δώρα)

Μεγάλα και μικρά πακέτα με πλούσιες χρωματιστές κορδέλες αρχίζουν τότε να εμφανίζονται με ένα μαγικό τρόπο, κάτω από τα κλαδιά του χριστουγεννιάτικου δέντρου και περιμένουν να ξυπνήσουν τα δυο μικρά παιδιά, για να τρέξουν να τ’ ανοίξουν με λαχτάρα και να χαρούν.

Την ίδια στιγμή μια γλυκιά μουσική πλημμυρίζει το χώρο και η ευχούλα με τη νεράιδα χορεύουν και στροβιλίζονται μέσα στη γλυκιά μελωδία της, μέχρι που χάνονται στη μαγεία της νύχτας, σαν σε όνειρο.(χορεύουν)

Λίγες ώρες απομένουν μέχρι να προβάλει το ξημέρωμα. Η νύχτα, όμως, συνεχίζει να κάνει θαύματα και να προκαλεί παίζοντας με το όνειρο και την πραγματικότητα.

Ο ύπνος των δύο μικρών παιδιών είναι απόψε καμωμένος με όνειρα. Όνειρα όλο χαρούμενες εικόνες, όνειρα με χρώματα, φως και λάμψη.

Μέσα στα όνειρά τους πηγαινοέρχονται απόψε νεράιδες καλές, νεράιδες βγαλμένες από τα παραμύθια, που κάποτε τους είχε πει η γιαγιά τους. Νεράιδες που κρατούν μαγικά ραβδάκια και είναι πρόθυμες να εκπληρώσουν κάθε επιθυμία βγαλμένη από τις αθώες καρδούλες.

Η λαχτάρα τους για ζεστασιά, χαρά και αγάπη ήταν τόσο μεγάλη, που κάθε επιθυμία τους πήρε μορφή, φτερούγισε με χρυσά φτερά και ανέβηκε στα λαμπερά αστέρια τ’ ουρανού, ψάχνοντας να βρε τη νεράιδα της.

Έτσι, καθώς τα δυο παιδιά ξεκουράζονται στα όνειρά τους, η ευχή για ζεστά ρούχα και παπούτσια είναι έτοιμη να πραγματοποιηθεί. (εμφανίζεται η νεράιδα της Φροντίδας)

Η καλή νεράιδα της Φροντίδας είναι μια πολύ καλή νεράιδα. Της αρέσει να φροντίζει όσου έχουν ανάγκη, κυρίως παιδάκια. Μόνο που έχει ένα παράπονο. Τη θυμούνται μόνο τις μέρες των γιορτών. Ενώ εκείνη θα ήθελε πάρα πολύ να τη θυμούνται πιο συχνά και να σκορπά απλόχερα τη φροντίδα της όλες τις μέρες του χρόνου.

Η ευχή για ζεστά ρούχα και παπούτσια πέταξε γύρω από τη νεράιδα και μετά της ψιθύρισε στο αυτί λόγια μαγικά. Η νεράιδα κατάλαβε κι άπλωσε το χέρι της στην ευχούλα. Με το ραβδάκι της έγραψε δυο φωτεινούς κύκλους στον αέρα που σκόρπισαν αστερόσκονη και μετά….(μουσική-εμφανίζονται τα παιδιά που κρατούν τα ρούχα και τα παπούτσια)

Μια γλυκιά μουσική κατακλύζει το μικρό δωμάτιο, ένα ζευγάρι παπούτσια, μάλλινα παλτουδάκια και ζεστές μποτούλες, περιμένουν μπροστά στο τζάκι, δίπλα στο χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Η νεράιδα χορεύει ευτυχισμένη και η ευχούλα πετά κοντά της χαρούμενη. Τα κατάφεραν θαυμάσια!

Μέσα στην απαλή μουσική χορεύουν ασταμάτητα και χάνονται ευτυχισμένες ανάμεσα στ’ αστέρια που τρεμοσβήνουν

Κι ενώ στο ταπεινό φτωχόσπιτο ο χορός των θαυμάτων συνεχίζεται, λίγα στενά πιο πέρα ένα ζευγάρι είναι λυπημένο. (φωτίζονται στο πλαίσιο οι γονείς)

Ούτε το όμορφο σπίτι τους, ούτε το πλούσιο τραπέζι τους, ούτε τα ακριβά δώρα είναι ικανά να τους κάνουν να χαρούν.

Κρατούν ο ένας το χέρι του άλλου και οι φωνές των παιδιών της γειτονιάς, που έψαλλαν νωρίτερα τα κάλαντα, αντηχούν ακόμη στ’ αυτιά τους τονίζοντας πιο πολύ τη μοναξιά τους.

Η ίδια σκέψη βασανίζει το μυαλό τους. Στο δικό τους το σπίτι, χρόνια τώρα, δεν αντήχησε καμιά παιδική φωνή, κανένα γέλιο ή κλάμα μωρού. Και αυτές οι γιορτές θα τους βρουν πάλι μόνους και έρημους.

«Γιατί Θεέ μου δε μας χάρισες κι εμάς ένα παιδί;» Σκέφτηκε ο άντρας.

Το παράπονό τους γίνεται ευχή και ξεπηδάει μέσα από τα βάθη της ψυχής τους. Γίνεται προσευχή και ανεβαίνει στον ουρανό.

«Παναγιά μου, που σε λίγο θα γίνεις μανούλα και θα κρατάς το μικρό Χριστούλη μέσα στην αγκαλιά σου, γέμισε και τη δική μας αγκαλιά με ένα παιδί», είπαν και οι δυο μ’ ένα στόμα και κοίταξαν με ελπίδα στον ουρανό.

Είχε τόσο πόνο και παράπονο αυτή τους η ικεσία, που έφτασε ως την πιο σοφή και ηλικιωμένη ευχή. Αυτήν που ήταν η γιαγιά όλων των ευχών και που, χωρίς την έγκρισή της, καμιά από τις ευχές δεν μπορούσε να κάνει το παραμικρό.(εμφανίζεται η ευχή)

«Ήρθε η ώρα νομίζω, να προσφέρουμε λίγη χαρά σε αυτούς τους ανθρώπους που έχουν τόση αγάπη να δώσουν σε ένα παιδί.

Ήρθε η ώρα να ανταμειφθούν για την καλοσύνη, την υπομονή και τις δοκιμασίες, την πίκρα και την απογοήτευση που αισθάνθηκαν όλα αυτά τα χρόνια.

Ήρθε η ώρα, γιατί όλα αυτά τους ωρίμασαν και τους έκαναν άξιους και ικανούς να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν ολόψυχα ένα παιδί, έστω κι αν δεν το γέννησαν αυτοί.

Ήρθε η ώρα να ανθίσει το χαμόγελο και στα δικά τους χείλη.

Ήρθε η ώρα να αποδείξουν πόσο άξιοι είναι να γίνουν γονείς», σκέφτηκε η σοφή και ώριμη ευχή.

Και αμέσως έφερε στο μυαλό της το Βασίλη και τη Λενιώ, τα δυο ορφανά. Μια ιδέα άστραψε στο μυαλό της και ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη της. «Γιατί όχι;….», ψιθύρισε και κάλεσε κοντά της την ευχή της οικογένειας.

Αυτή δε δυσκολεύτηκε καθόλου να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει. Έτρεξε μέσα στο στερέωμα και έφτασε στο σπίτι του ζευγαριού. Αόρατη όπως ήταν, χωρίς να την αντιληφθούν, στάθηκε από πάνω τους, ψιθύρισε δυο τρία μαγικά λόγια και ακούμπησε το χέρι της στα κεφάλια τους και στην καρδιά τους. (ακουμπά τα χέρια της στα κεφάλια και στις καρδιές τους)

«Μπα!!!... Μήπως έκανα κάτι λάθος;», αναρωτήθηκε, βλέποντάς τους να μην αντιδρούν. «Μα όχι! Το θυμάμαι καλά! Η σοφή ευχή μου είπε, πρώτα στο μυαλό τους για να τους έρθει η ιδέα και μετά στην καρδιά τους για να τη δεχτούν με αγάπη».

Τίποτα δεν έκανε λάθος η ευχή της οικογένειας. Όλα τα έκανε σωστά. Ένιωσαν κάτι σαν να σκίρτησε μέσα τους, αισθάνθηκαν ότι είχαν άδικο που βασανίζονταν τόσον καιρό για ένα παιδί που δεν ερχόταν, ενώ υπήρχαν γύρω τους τόσα παιδιά που υπέφεραν , χωρίς να έχουν κάποιον να τα φροντίζει. Τόσα παιδιά που θα μπορούσαν να γίνουν τα δικά τους παιδιά.

Στο μυαλό τους ήρθαν τα δυο ορφανά που έμεναν λίγο παραπέρα και που πολλές φορές τα είχαν δει να τριγυρνούν παγωμένα και πεινασμένα.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, έτρεξαν στο μικρό φτωχόσπιτο. Δεν ήθελαν ν’ αφήσουν τα παιδιά χωρίς ζεστασιά και φροντίδα μια τέτοια νύχτα.

Αυτή τη βραδιά, στο μικρό φτωχόσπιτο, πραγματοποιήθηκαν όλα τα θαύματα και όλες οι ευχές.

Αυτή η βραδιά, που είναι ίδια με εκείνη , πριν από χρόνια, όταν στην ταπεινή σπηλιά της Βηθλεέμ, πραγματοποιήθηκε το μεγαλύτερο θαύμα της ανθρωπότητας.

Ο Βασίλης και η Λενιώ βρήκαν απόψε όλα όσα ονειρεύονταν και δεν τολμούσαν να πιστέψουν ότι κάποια στιγμή θα γίνουν πραγματικότητα.

Πάντα κάπου γύρω μας θα υπάρχουν άνθρωποι με πολλά προβλήματα, που περιμένουν το θαύμα.

Πάντα κάπου κοντά μας ή κάπου μακριά μας θα υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να δεχτούν την ΑΓΑΠΗ μας.





ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ









Η Βασίλισσα του Χιονιού

Η ΒΑΣΙΛΙΣΣΑ ΤΟΥ ΧΙΟΥΝΙΟΥ




Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα παμπόνηρο στοιχειό, πιο πονηρό απ’ όλα τα ξωτικά.

Μια μέρα είχε μεγάλα κέφια, γιατί είχε φτιάξει έναν καθρέφτη που έκανε καθετί καλό που καθρεφτιζόταν μέσα του, να ζαρώνει και να χάνεται.

Στον καθρέφτη αυτόν τα πιο όμορφα τοπία, έμοιαζαν σαχλά κι απαίσια κι οι πιο όμορφοι άνθρωποι φαντάζονταν μισητοί.

Το στοιχειό πίστευε πως αυτό ήταν απίστευτα διασκεδαστικό και καυχιόταν για το σπουδαίο κατασκεύασμά του.

Μια μέρα τα υπόλοιπα ξωτικά πήραν το μαγικό καθρέφτη και τον ταξίδεψαν σε όλον τον κόσμο, σε κάθε άκρη της γης. Όσοι καθρεφτίζονταν μέσα του αλλοιώνονταν και γίνονταν ψυχροί και σκληροί.

Ύστερα τον πήραν ψηλά στον ουρανό και όσο πιο ψηλά τον ανέβαζαν, τόσο περισσότερο ράγιζε, ώσπου έγινε χιλιάδες μικρά κομματάκια. Κι έτσι βέβαια προξένησε ακόμη μεγαλύτερη δυστυχία, γιατί όλα τα κομματάκια , που ήταν σαν μικρούς κόκκους άμμου, πήγαν και τρύπωσαν στις ψυχές των ανθρώπων κάνοντάς τες σκληρές σαν μια μάζα από πάγο.

Σε μια μικρή πόλη ζούσαν δυο φτωχά παιδιά ο Κέι και η Γκέρντα. Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα τα παιδιά σκαρφάλωσαν στις καρέκλες δίπλα στο παράθυρο και έβλεπαν τις νιφάδες του χιονιού που έπεφταν απαλά.

Η πιο μεγάλη νιφάδα σκάλωσε στην άκρη μιας γλάστρας και ξαφνικά άρχισε να μεγαλώνει, να μεγαλώνει ώσπου στο τέλος πήρε τη μορφή μιας γυναίκας ντυμένης με τα πιο αραχνοϋφαντα μεταξωτά, που πάνω τους γυάλιζαν μυριάδες γυαλιστερές πούλιες σαν αστέρια.

Έγνεψε στο αγόρι και έκανε να τον χαιρετίσει, αλλά ο Κέι τρόμαξε και πήδηξε από την καρέκλα για να κρυφτεί, όμως αμέσως μετά του φάνηκε πως είδε ένα μεγάλο πουλί να πετάει έξω από το παράθυρο.

Βγήκαν μεμιάς έξω στην αυλή, όταν ξαφνικά ο Κέι φώναξε: «Χριστέ μου! Τι πόνος ξαφνικός στην καρδιάμου! Οχ, κάτι μπήκε και στο μάτι μου!».

Η Γκέρντα στράφηκε και τον κοίταξε. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Τίποτα δε φαινόταν. «Νομίζω πως έφυγε» είπε καθησυχάζοντάς τον.

Κι όμως δεν είχε φύγει. Ήταν ένα από εκείνα τα μικρά γυάλινα κομμάτια του μαγικού καθρέφτη. Στην καρδιά του καημένου του Κέι καρφώθηκε τέτοιο γυαλί που την έκανε ψυχρή σαν ένα κομμάτι πάγου.

Ο Κέι από τότε δεν αγαπούσε τίποτε και κανέναν. Στο δρόμο κορόιδευε τους περαστικούς, στο σπίτι τσαλάκωνε τις υπέροχες ζωγραφιές της αδελφής του και έκανε δυστυχισμένους τους γύρω του.

Μια χιονισμένη μέρα ο Κέι πήγε στην πλατεία να παίξει. Τα πιο ριψοκίνδυνα παιδιά διασκέδαζαν δένοντας τα έλκηθρά τους στις περαστικές άμαξες. Ενώ έπαιζαν, πέρασε από δίπλα τους ένα κατάλευκο έλκηθρο. Επάνω καθόταν μια μορφή τυλιγμένη σε μια παχιά λευκή γούνα και φορούσε ένα μεγάλο γούνινο λευκό καπέλο. Αφού το έλκηθρο έκανε δυο γύρους στην πλατεία παρέσυρε και πήρε τον Κέι μαζί της. Ο Κέι τρομοκρατήθηκε, ήθελε να πει το «Πάτερ ημών», αλλά το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί ήταν η προπαίδεια.

Μόλις είδε τη μορφή κατάλαβε ποια ήταν. Ήταν η Βασίλισσα του Χιονιού!

Τον φίλησε στο μέτωπο και τον τύλιξε πολύ καλά στο γούνινο πανωφόρι της.

Ο Κέι αμέσως ξέχασε την Γκέρντα και όλους τους δικούς του.

Πέταξαν πάνω από δάση και πάνω από λίμνες, πάνω από θάλασσες κι από στεριές.

Έτσι περνούσε ο Κέι τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες νύχτες. Καθισμένος στα πόδια της Βασίλισσας του Χιονιού.

Τι έκανε όμως η Γκέρντα όταν έβλεπε πως ο Κέι δεν ξαναγύριζε στο σπίτι; Πού να ήταν άραγε; Αλίμονο χάθηκε για πάντα, σκεφτόταν κάθε μέρα.

Ένα πρωινό φόρεσε τα κόκκινα παπούτσια της, βγήκε έξω και αποφάσισε να πάει όπου χρειαστεί για να βρει τον αγαπημένο της αδερφό.

Πήγε στο ποτάμι και το ρώτησε αν ήξερε πού είναι ο Κέι, αλλά το ποτάμι το μόνο που έκανε ήταν να σηκώσει μεγάλα κύματα και να φέρει μια βάρκα. Η Γκέρντα μπήκε στη βάρκα και την παρέσυρε το ρεύμα σε τόπους μακρινούς. Ρώτησε τα πουλιά, τα λουλούδια, τα βουνά, αλλά κανένα δεν έδινε την απάντηση που περίμενε.

Κάποια στιγμή η Γκέρντα αναγκάστηκε να σταθεί να ξαποστάσει. Ξάφνου ένα θεόρατο κοράκι πήδηξε πάνω στο χιόνι μπροστά της, κρώζοντας:

«Κρα, κρα! Καλή σου μέρα»

Κάθισε κάμποση ώρα κοιτάζοντας το κορίτσι και ύστερα τη ρώτησε για πού το είχε βάλει ολομόναχη. Η Γκέρντα είπε στο κοράκι την ιστορία της και το κοράκι την καθησύχασε λέγοντάς της πως ξέρει πού είναι ο Κέι.

«Ο μικρός Κέι σε έχει λησμονήσει για χάρη της Βασίλισσας του Χιονιού. Η Βασίλισσα του Χιονιού ζει σ’ ένα παλάτι, μακριά στην πιο παγωμένη χώρα του κόσμου. Οι τοίχοι είναι καμωμένοι από τη χιονοθύελλα, οι πόρτες και τα παράθυρα από τον άνεμο που περονιάζει. Έχει εκατό αίθουσες και όλες τους είναι φωτισμένες από το βόρειο σέλας. Όλες μοιάζουν μεταξύ τους: ευρύχωρες, άδειες, παγωμένες και εκτυφλωτικά λευκές. Καταμεσής στο άδειο, ατέλειωτο χιόνι απλώνεται μια παγωμένη λίμνη. Εκεί θα πας να βρεις τον αδερφό σου», της είπε και πέταξε μακριά.

Η μικρή Γκέρντα άρχισε να δακρύζει και να σκέφτεται τον αγαπημένο της αδερφό. Σκέφτηκε πως εκεί θα κρύωνε και θα ήταν δυστυχισμένος.

Το μόνο που ζητούσε ήταν να γυρίσει στον απέραντο κόσμο και να ψάξει την παγωμένη χώρα.

Πέρασε πολλές περιπέτειες: ταξίδεψε με άμαξες, βρέθηκε με κλέφτες και κακούς, πέρασε δάση και βουνά, έφτασε στη Λαπωνία και τη Φιλανδία και όσο πλησίαζε, τόσο το κρύο δυνάμωνε. Ο ατμός της ανάσας της Γκρέντας γινόταν όλο και πιο πυκνός . Προσευχόταν και ένιωθε πως την είχαν περικυκλώσει χιλιάδες άγγελοι που την προστάτευαν. Οι άγγελοι άγγιζαν τα χέρια και τα πόδια της, κι εκείνη πια δεν ένιωθε σχεδόν καθόλου κρύο, ώσπου έφτασε στο παλάτι της Βασίλισσας του Χιονιού ατρόμητη και γενναία.

Η εικόνα που αντίκρισε ήταν αυτή ακριβώς που της είχε περιγράψει το κοράκι. Όλα κρύα, παγωμένα και μια λίμνη ραγισμένη σε χίλια ακριβώς κομμάτια, τόσο ίδια μεταξύ τους, σαν να τα χώρισε χέρι θεϊκό. Η Βασίλισσα του Χιονιού καθόταν πάντα στο κέντρο αυτής της λίμνης όταν βρισκόταν στην πατρίδα της.

Ο μικρός Κέι ήταν μελανός, σχεδόν μαύρος από το κρύο, αλλά δεν έδινε σημασία, γιατί η Βασίλισσα του Χιονιού μ’ ένα φιλί, τού είχε διώξει εκείνο το συναίσθημα της ανατριχίλας που ένιωθε κάποτε και η καρδιά του ήταν σαν ένα κομμάτι πάγος. Έπαιζε ανάμεσα στα παγωμένα κομμάτια ενώνοντάς τα μεταξύ τους με κάθε πιθανό τρόπο, όπως κάνουν οι άνθρωποι με τα κομμάτια των παζλ. Συχνά έγραφε ολόκληρες λέξεις, αλλά υπήρχε μια λέξη που δεν μπορούσε να σχηματίσει. Ήταν η λέξη «αιωνιότητα».

Η Βασίλισσα του Χιονιού τού είχε πει πως όταν μπορέσει να τη σχηματίσει σωστά, θα γινόταν αφέντης του εαυτού του και θα του δώσει όλον τον κόσμο καθώς και ένα καινούριο ζευγάρι παγοπέδιλα. Όμως εκείνος δεν κατάφερνε να τη σχηματίσει σωστά.

Η μικρή Γκέρντα πέρασε τις πύλες του παλατιού, επαναλαμβάνοντας τη βραδινή της προσευχή. Μπήκε στη θεόρατη αίθουσα. Είδε τον Κέι, τον αναγνώρισε, έτρεξε προς το μέρος του κι έπεσε πάνω του φωνάζοντας δυνατά το όνομά του.

Εκείνος στεκόταν απαθής όπως και πριν, ψυχρός, παγωμένος κι ακίνητος. Η σκληρότητά του πάγωσε βαθιά τη δύστυχη Γκέρντα. Τα ζεστά, πικρά δάκρυά της κύλησαν πάνω στον Κέι κι άγγιξαν την καρδιά του. Έλιωσαν τον πάγο και παρέσυραν μαζί του το μικρό κομματάκι του καθρέφτη που είχε καρφωθεί εκεί. Ο Κέι την κοίταζε και ξαφνικά ξέσπασε σε λυγμούς. Έκλαιγε ώσπου το γυάλινο κομματάκι γλίστρησε από το μάτι του και παρασύρθηκε από τα δάκρυά του. Αμέσως την αναγνώρισε και ξεφώνισε το όνομά της.

Αγκάλιασε σφιχτά την Γκέρντα, ενώ εκείνη έκλαιγε και γελούσε. Ακόμα και τα κομμάτια πάγου πήραν μέρος στη χαρά τους. Χόρευαν ολόγυρα ευτυχισμένα, κι όταν κουράστηκαν, έπεσαν στη γη σχηματίζοντας τη λέξη «αιωνιότητα».

Έτσι ο Κέι έγινε κυρίαρχος του εαυτού του.

Η Γκέρντα φίλησε τα μάγουλά του κι αμέσως έγιναν ολόδροσα και λαμπερά όπως παλιά. Φίλησε τα μάτια του κι έγιναν κι έλαμψαν σαν τα δικά της, φίλησε τα χέρια του και τα πόδια του κι έγινε ξανά γερός κι ευτυχισμένος.

Η Βασίλισσα του Χιονιού μπορούσε να δει πια την ελευθερία του Κέι γραμμένη καταμεσής στη λίμνη, με αστραφτερά γράμματα από πάγο.

Πιάστηκαν από το χέρι και, καθώς προχωρούσαν, οι αέρηδες καταλάγιαζαν κι ο ήλιος λαμπερός ξεμύτιζε ανάμεσα από τα σκοτεινά σύννεφα.

Πήραν δυο χαρούμενους τάρανδους που έφεραν πίσω τον Κέι και την Γκέρντα στο μικρό ζεστό σπιτάκι τους.

Ανέβηκαν μαζί τα σκαλιά και μπήκαν στο γνώριμο δωμάτιο. Το ρολόι χτυπούσε και οι δείκτες γύριζαν όπως παλιά. Μόνο μια διαφορά υπήρχε: μέσα τους ήταν διαφορετικοί γιατί είχαν πια ωριμάσει.

Οι τριανταφυλλιές στη στέγη άνθιζαν μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και κάτω από αυτές βρίσκονταν τα σκαμνάκια των παιδιών.

Ο Κέι και η Γκέρντα κάθισαν πιασμένοι ακόμα από το χέρι. Ξέχασαν την παγωμένη και απατηλή λαμπρότητα της Βασίλισσας του Χιονιού. Τους φαινόταν πια σαν ένα μακρινό δυσάρεστο όνειρο. Η γιαγιά τους, που είχε γεράσει πια, καθόταν στη λιακάδα και διάβαζε τη Βίβλο που έλεγε πως μόνο όσοι γίνουν σαν τα παιδιά θα κληρονομήσουν τη Βασιλεία των Ουρανών.

Ο Κέι και η Γκέρντα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και στη στιγμή κατάλαβαν τα λόγια του ύμνου:

ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ ΚΑΙ ΧΑΝΟΝΤΑΙ ΜΑΚΡΙΑ

ΤΟ ΘΕΙΟ ΒΡΕΦΟΣ ΚΑΤΟΙΚΕΙ ΣΕ ΚΑΘΕ ΑΓΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

ΑΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗ ΧΑΡΗ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΟΨΗ ΤΟΥ ΘΑ ΔΟΥΜΕ

ΚΑΙ ΠΑΝΤΟΤΕ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΙ ΣΑΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΘΑ ΖΟΥΜΕ



Και τότε κάθισαν και οι δυο, μεγάλοι κι όμως πάντα παιδιά, παιδιά στην καρδιά, και γύρω τους χαμογελούσε ένα πανέμορφο και ζεστό καλοκαίρι.





ΤΕΛΟΣ



Θεατρικό έργο για πολιτιστικό πρόγραμμα με τίτλο: "Τοπική ιστορία"

…ένας διαφορετικός θίασος


(ακούγεται φασαρία, μπαίνει ο συγγραφέας εξοργισμένος και από πίσω οι ηθοποιοί… συνεχίζουν να μαλώνουν με το συγγραφέα… μένουν αγάλματα)

Αφηγητής: Αρπάχτηκαν οι θεατρίνοι…έτσι πάντα γίνεται στο θέατρο…εδώ όμως έχουμε να κάνουμε μ’ έναν διαφορετικό θίασο από τους άλλους….έναν θίασο βγαλμένο από τη ΖΩΗ μας… τι εννοώ; Δείτε και θα καταλάβετε..



1ος : Α, εσείς είστε ο συγγραφέας;

Συγγραφέας: Ναι, εγώ. Και θα παίξουμε μια ιστορία που έχω γράψει για το θίασό σας.

2ος : Εγώ ποιο ρόλο θα παίξω;

3ος : Μα τι λες; Ποιο ρόλο; Εμείς είμαστε οι ρόλοι.

Συγγραφέας: Μα εσείς δεν είστε θέατρο!

4ος : Ναι, αλλά εμείς είμαστε η ζωή μας.

5ος : Συμφωνώ! Θα κάνουμε ένα πείραμα! Η ζωή μας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ στη Σύρο, γιατί μάθαμε μέσα από την ιστορία του τόπου μας πολλά πράγματα τα οποία μπορούμε να παίξουμε .

6ος : Δηλαδή να παίξουμε τη ζωή μας!

Συγγραφέας: Μα τι λέτε; Τη ζωή σας θα παίξετε;

7ος : Βεβαίως! Και θα την αποδώσουμε και πολύ καλά!

8ος : Εγώ θα παίξω το Βικέλα! Μου πάει πολύ ο αθλητισμός και… με το καπελάκι μου θα είμαι τέλειος!(φοράει ένα αθλητικό καπέλο)

9ος : Εγώ θα παίξω την Κοτοπούλη ( φοράει ένα καπέλο εποχής ).Έμαθα πως έπαιξε την τελευταία παράστασή της στο Θέατρο Απόλλων, το δικό μας Θέατρο, και συγκινήθηκα πολύ.

10ος : Εγώ θα κάνω τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα, που ανακάλυψε το 1898 το νεκροταφείο της Χαλανδριανής και υπολείμματα οχύρωσης , οικιών και άλλα.(όλοι με τη σειρά τους κάνουν και μια κίνηση ή φορούν κάτι χαρακτηριστικό)

11ος : Εγώ θα κάνω το Φερεκύδη!

12ος : Εγώ το Ροϊδη!

13ος : Εγώ το Νεόφυτο Βάμβα!

14ος: Εγώ μπορώ να κάνω την Ευανθία Καϊρη; (με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να αναφέρουμε κι άλλες φυσιογνωμίες ή επαγγέλματα του τόπου μας)

15ος : Εγώ το Μάνο Ελευθερίου που γράφω ωραία και τραγουδώ σωστά. Τον είδα τις προάλλες εδώ, έπινε καφέ στο Πάνθεον , ιστορικό στέκι!!! (τραγουδά έναν στίχο από ένα τραγούδι του π.χ.


…άλλος για Χίο τράβηξε πήγε


κι άλλος για Μυτιλήνη


κι άλλος στης Σύρας τα στενά


αίμα και δάκρυα πίνει…)




16ος : Εγώ είδα προχτές την κ. Λουκρητία Δούναβη, ποιήτρια και πεζογράφο του τόπου μας που με πολύ μεγάλη ευαισθησία αποτύπωσε τη ζωή της Άνω Σύρας στη δεκαετία του 1950.Αχ, να την κάνω;



( αλλάζει ύφος) «Γεννήθηκα στη Σύρα όπου η θάλασσα, τα βράχια κι οι αέρηδες κυριαρχούν. Δεν θα 'θελα να είχα γεννηθεί σε άλλον τόπο εκτός από αυτόν που γεννήθηκα». (μπορούμε και να πούμε εν χορώ και χιουμοριστικά στιχάκια της)

Συγγραφέας: Τι λένε Θεέ μου!!! Τι λένε!!!

17ος : Το βυρσοδέψη, βρε παιδιά, εγώ θα τον παίξω… αυτός ο ρόλος μου πάει γάντι!

18ος : Την Κυβέλη; Την ξεχάσαμε! Βέβαια δεν ήταν από τη Σύρο, αλλά έπαιξε εδώ θέατρο το 1904. Και έχουμε και το Ινστιτούτο Κυβέλη στον τόπο μας! Τιμή μας και καμάρι μας!!! Εγώ θα την παίξω! Έχω δει και τα προσωπικά της αντικείμενα, τα θεατρικά της κοστούμια. Θα είμαι εξαιρετική σ’ αυτό το ρόλο!!!

19ος: Είναι τόσοι πολλοί οι ρόλοι μας και τόσο ενδιαφέροντες που δεν ξέρω ποιον απ’ όλους να διαλέξω. Τόσο ενδιαφέροντες όσο και η ζωή μας σ’ αυτό το νησί.

20ος : Ωραία εγώ θα επιμεληθώ τα κοστούμια σας και το σκηνικό! Πάντα ήθελα να το κάνω αυτό!

21ος : Μήπως ψάχνετε για σκηνοθέτη; Ολόκληρος/η μπροστά σας!!!

22ος : Φώτα, αυλαία… πάμε!!!

Σκηνοθέτης: Πολύ καλά λοιπόν, αφού θέλετε να παίξετε τους ρόλους αυτούς και να ζήσετε μέσα από αυτούς τη ζωή σας…. ΚΑΝΤΕ ΤΟ!!! ( μένουν όλοι αγάλματα)

Αφηγητής: Το πείραμα έγινε τελικά, για ν’ αποδειχθεί πως η σκηνική τέχνη είναι η πιο ωραία και η πιο τραγική απ’ όλες τις άλλες τέχνες. Ζει σαν τη ζωή, πεθαίνει σαν τη ζωή. Αν μ’ ένα μαγικό ραβδί, ζωντάνευαν όλες οι ζωές, όλοι οι έρωτες, όλοι οι πόνοι, αυτή η ζωντανή μάζα θα συνέτριβε το έργο κάθε άλλης τέχνης. Εδώ η τέχνη δημιούργησε τη ζωή. Λίγη απ’ αυτήν τη διαβατική ζωή των προγόνων μας προσπάθησαν οι ηθοποιοί να παρουσιάσουν εδώ σήμερα πάνω σ’ αυτή τη σκηνή. Κι όσο για τις αυθαιρεσίες τους, σας παρακαλούμε να τους συγχωρέσετε.

(τραγούδι, χορός)

Αποστολίδου Ελισάβετ


για τη ΣΤ’ τάξη του Δημοτικού Σχολείου Ποσειδωνίας


15 Μαϊου 2011

Παραμύθια

Η νεράιδα και το μαντήλι της


Ήταν μια φορά ένας πολύ ωραίος νέος και πολλά κορίτσια ήθελαν να τον πάρουν άντρα, μα αυτός δεν ήθελε να πάρει καμία από τις γυναίκες του κόσμου, μόνο ήθελε να πάρει νεράιδα. Και οι νεράιδες τον ενοστιμεύονταν και πολλές φορές έρχονταν και το επείραζαν. Εδοκίμασε πολλές φορές να πλησιάσει καμία από δαύτες, αλλά ποτέ δεν το κατόρθωσε. Το λοιπόν, μια μέρα ρώτησε μια γριά μπαμπόγρια, τι πρέπει να κάνει για να πάρει μια απ’ τις νεράιδες γυναίκα. Και η γριά του είπε: «σαν έρθουν οι νεράιδες να σε πειράξουν και θα σου μιλούν, συ κοίταξε πως θα πάρεις μιανής το μαντήλι. Κι α’ θέλεις να μένει πάντα μαζί σου και να μη σου φύγει ποτέ, πρέπει να βάλεις το μαντήλι στο φούρνο και να το κάψεις. Αλλά μπορεί όμως και να πεθάνει από τη λύπη της αν το κάμεις αυτό. Για τούτο, το καλύτερο είναι να το κρύψεις. Μα να προσέχεις μη σε γελάσει και σου ξαναπάρει το μανήλι. Έτσι θα σ’ ακολουθήσει όπου κι αν πας».

Όταν λοιπόν ήρθαν πάλι οι νεράιδες και τον πείραζαν, εκεί που του μιλούσαν, εχύθει αυτός απάνω σε μία και τη στιγμή που πήγε αυτή να πετάξει στον αέρα, της έπεσε το μαντήλι της και τ' άρπαξε εκείνος και το ‘χωσε στον κόρφο του. Η νεράιδα τον παρακαλούσε να της το δώσει πίσω και του λέγε: «Δώσ’ μου Γιάννη το μαντήλι! Δώσ’ μου το καημένε και γω να κάμω ότι θέλεις». Ο νέος όμως δεν της έκαμε τη χάρη και της είπε μονάχα πως θέλει να την πάρει γυναίκα. Οι άλλες νεράιδες πέταξαν στον αέρα και εχάθηκαν. Αυτή δεν μπορούσε πλιό να πετάξει κι έμεινε με το Γιάννη. Την επήγε λοιπόν αυτός στο σπίτι του, την παντρεύτη κι έκαμε παιδιά με δαύτη.

Εκείνη όμως ήταν πάντα πικραμένη και στενοχωρημένη, και σε καμιά γιορτή και σε κανένα πανηγύρι δεν ήθελε ν’ αλλάξει φορέματα και να στολιστεί και να κάμει ότι κάνουν οι άλλες γυναίκες. Ο Γιάννης που έβλεπε το μαράζι της γυναίκας του, ελυπότανε πολύ. Και μια μέρα που ήταν γιορτή και πήγαιναν όλοι στο χορό όξω από το χωριό, και η νεράιδα ζητούσε με τα κλάιματα το μαντήλι από τον άντρα της, τη συμπόνεσε εκείνος και ήθελε να της το δώσει. Μόνο εφοβόταν μην του φύγει όταν θα το πάρει και γι’ αυτό της είπε: «Σ’ το δίνω να πας στο χορό, μόνο πρέπει να μου τάξεις πως θα γυρίσεις στο σπίτι και δεν θα φύγεις, αλλιώς δεν θα σ’ το δώσω». Του το έταξε και του είπε μάλιστα: «Τώρα πλιό να σ’ αφήσω, ύστερα από τόσα χρόνια, και που έχω καμωμένα παιδιά με σένα;». Έτσι της το ‘δωσε το μαντήλι και αυτή άλλαξε τα φορέματά της και στολίστηκε. Και με μιας έλαμψε το σπίτι από την ομορφιά της γιατί σα νεράιδα που ήταν, ξεπερνούσε όλες τις γυναίκες στην ομορφιά. Πήγε λοιπόν στο χορό και άστραψε ο τόπος και όλοι όσοι ήσαν εκεί να κοιτάζουν και ν’ αφήνουν το θάμα τους. Και αυτή πήγε μπρουστέλα στο χορό και με μια ψιλή και γλυκιά φωνή άρχισε να λέει ένα τραγούδι πο’ ‘σκιζε την πέτρα και μάραινε καρδιές. Και σαν έκαμε τρεις γύρους στο χορό, σείστηκε, λυγίστηκε, κούνησε το μαντήλι της κι έκαμε μια «Ι, ι, ι!» και πέταξε στον αέρα για ν’ ανταμώσει τις συντρόφισσές της κι εχάθηκε. Κι έτσι ο Γιάννης έχασε τη γυναίκα του.




Λαϊκό παραμύθι: Οι δώδεκα μήνες




Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, και της ζύμωνε το ψωμί της και της έδινε για τον κόπο της μηδεκάν ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε· μόν’ έφευγε η καημένη με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με παστρικό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν κομμάτι σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι η μάνα τους με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό.

Και τα παιδιά της αρχόντισσας με τόσα και τόσα φαγιά, πολλά και παχιά, και με το αφράτο το ψωμί δε θρεβότανε, μόν’ ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεβότανε και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν:

– Θρέβονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.

Το πίστεψεν η αρχόντισσα και, όταν ήρθε η μέρα για να ζυμώσει πάλι, δεν την άφησε τη φτωχιά να φύγει με άνιφτα χέρια, μόνο την έβαλε και νίφτηκε καλά καλά, για ν’ απομείνει η τύχη μέσ’ στο σπίτι της. Κι η φτωχιά ήρθε στο σπίτι της με τα δάκρυα στα μάτια.

Τα παιδιά της, άμα την είδαν και δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ’ άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της και μέρωσε και είπε στα παιδιά της:

– Μερώστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.

Και πήγε από πόρτα σε πόρτα και τρόμαξε να βρει να της δώσουν ένα ξερογώνιαδο και το μούσκεψε καλά καλά με το νερό και το μοίρασε στα παιδιά της, κι αφού φάγανε, τα έβαλε και πλαγιάσανε και κοιμηθήκανε. Κι αυτή απάνω στα μεσάνυχτα παίρνει τα μάτια της και φεύγει, για να μην ιδεί τα παιδιά της να πεθαίνουν από την πείνα.

Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει σ’ ένα ψήλωμα ένα φέξος και πήγαινε πάνω σ’ αυτό. Κι όταν πήγε κοντά, είδε πως ήταν τέντα και στη μέση της τέντας κρεμότανε ένας μεγάλος πολυέλαιος με λαμπάδες και αποκάτω από τον πολυέλαιο κρεμότανε ένα πράγμα στρογγυλό σαν τόπι. Μπήκε μέσα στην τέντα εκείνη, κι είδε και καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε για μιαν υπόθεση πώς πρέπει να την κάμουν.

Η τέντα ήταν στρογγυλή και στο έμπασμα της τέντας από δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια κι είχαν τα στήθια τους ανοιχτά και στα χέρια τους βαστούσαν τρυφερά χορτάρια κι άνθια από τα δέντρα.

Παρακάτω από αυτά τα παλληκάρια καθότανε άλλα τρία κι ήταν ανασκουμπωμένα ώς τους αγκώνες και χωρίς επανωφόρι και βαστούσαν στα χέρια τους στάχυα ξερά.

Παρακάτω καθότανε άλλα τρία παλληκάρια και βαστούσαν στο χέρι τους από ένα τσαμπί σταφύλι.

Παρακάτω καθότανε και άλλα τρία παλληκάρια παραμαζωμένα και φορούσαν από μια γούνα μακριά από το λαιμό ώς κάτω από τα γόνατα.

Άμα την είδαν τα παλληκάρια τη γυναίκα, είπαν:

– Καλώς τη θείτσα, κάθησε.

Κι η γυναίκα, αφού τα χαιρέτησε, κάθησε. Κι αφού κάθησε τη ρωτήσανε πώς ήταν και πήγε σε κείνα τα μέρη. Κι η καημένη η χήρα αφηγήθηκε την κατάστασή της και τα βάσανά της κι επειδή τα παλληκάρια καταλάβανε πως πεινά η φτωχιά, σηκώθηκεν ένας από εκείνους που φορούσαν τις γούνες και της έβαλε τραπέζι κι έφαγε· κι είδε πως ήταν κουτσός.

Αφού έφαγεν η γυναίκα και χόρτασε, αρχίσανε τα παλληκάρια να τη ρωτούν για λογής λογής πράματα της χώρας κι η γυναίκα αποκρινότανε ό,τι ήξερε. Στα υστερινά τής λένε τα τρία παλληκάρια, που είχαν τα στήθια τους ανοιχτά:

– Ε, θείτσα, πώς περνάτε με τους μήνες του χρόνου; Πώς σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;

– Καλά περνούμε παιδιά μου, αποκρίθηκεν η χήρα και μάλιστα, αφού έρθουν αυτοί οι μήνες, πρασινίζουν τα βουνά κι οι κάμποι και στολίζεται η γης με λογιών των λογιών λουλούδια και βγαίνει μια μοσκοβολάδα, που ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αρχίζουν και κελαηδούν όλα τα πουλιά. Βλέπουν οι ζευγίτες τα χωράφια τους πράσινα και χαίρεται η καρδιά τους κι ετοιμάζουν τις αποθήκες τους. Ώστε δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε για το Μάρτ’ Απρίλη και Μάη, γιατί ρίχνει ο Θεός φωτιά και μας καίει για την αχαριστιά μας.

Ύστερα της είπαν και τα άλλα τρία τα παλληκάρια, που ήταν ανασκουμπωμένα και βαστούσαν στάχυα:

– Εμ, ο Θεριστής, ο Αλωνιστής κι ο Αύγουστος πώς σας φαίνονται;

Κι η φτωχιά αποκρίθηκε:

– Και γι’ αυτούς τους μήνες δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε, γιατί με τη ζέστα που κάνουν, ωριμάζουν τα γεννήματα και όλα τα οπωρικά. Τότε θερίζουν οι ζευγίτες τα σπαρτά τους κι οι περιβολαρέοι συμμαζεύουν τα οπωρικά τους. Και μάλιστα οι φτωχοί πολύ είναι ευχαριστημένοι απ’ αυτούς τους μήνες, γιατί δεν χρειάζονται πολλά και ακριβά ρούχα.

Ύστερα τη ρωτήσανε τ’ άλλα τα τρία τα παλληκάρια, που βαστούσαν τα σταφύλια:

– Με τους μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη πώς τα πάτε;

– Αυτούς τους μήνες, αποκρίθηκεν η γυναίκα, μαζεύουν οι άνθρωποι τα σταφύλια και τα κάνουν κρασί. Κι αλλιώς έχουν αυτό το καλό που δίνουν είδηση πως έρχεται ο χειμώνας και φροντίζουν οι άνθρωποι για ξύλα, για κάρβουνα και για βαριά φορέματα, για να ζεσταίνονται.

Ύστερα τη ρωτήσανε και τα παλληκάρια, που είχαν τις γούνες:

– Eμ, με τους μήνες Δεκέμβρη, Γενάρη και Φλεβάρη πώς περνάτε;

– A! αυτοί οι μήνες πολύ μας αγαπούν, είπεν η φτωχιά, κι εμείς πολύ τους αγαπούμε. Mα θα ρωτήσετε γιατί; Nά γιατί! επειδή οι άνθρωποι είναι φυσικά αχόρταγοι και θέλουν να δουλεύουν χρονικίς, για να κερδαίνουν πολλά, έρχονται αυτοί οι μήνες του χειμώνα και μας περιμαζώνουν τριγύρω στη γωνιά και μας ξεκουράζουν απ’ τις δουλειές του καλοκαιριού. Τους αγαπούν κι οι άνθρωποι, γιατί με τις βροχές τους και με τα χιόνια τους μεγαλώνουν όλα τα σπαρτά και όλα τα χορτάρια. Ώστε, παιδιά μου, όλ’ οι μήνες καλοί κι άξιοι είναι και κάνουν κάθε ένας τη δουλειά, που τον πρόσταξεν ο Θεός. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί.

Τότε τα έντεκα τα παλληκάρια γνέψανε στον πρώτο από κείνους που βαστούσαν τα σταφύλια και βγήκεν όξω και σε λίγο ήρθε πάλι μέσα και βαστούσε στα χέρια του μια λαγήνα ταπωμένη και την έδωκε στη γυναίκα και της είπαν:

– Άιντε τώρα θείτσα, πάρε αυτήν τη λαγήνα και πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις τα παιδιά σου.

Φορτώθηκε τη λαγήνα η γυναίκα με τη χαρά και είπε στα παλληκάρια:

– Πολλά τα έτη σας, παιδιά μου.

– Ώρα καλή σου, θείτσα, της αποκρίθηκαν κι έφυγε.

Και ίσια ίσια την ώρα που χάραξε, ήρθε κι αυτή στο σπίτι της κι ηύρε τα παιδιά της ακόμα και κοιμόντανε. Κι άπλωσε ένα σεντόνι κι άδειασε τη λαγήνα κι είδε πως ήταν γεμάτη φλουριά και κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά της.

Αφού έφεξε καλά, πήγε στο φούρνο της αγοράς κι αγόρασε πεντ’ έξι ψωμιά και καμιάν οκά τυρί και ξύπνησε τα παιδιά της, τα ένιψε, τα συγύρισε, τα ’βαλε κι είπαν την προσευχή τους κι ύστερα τους έδωσε ψωμί και τυρί και φάγανε τα καημένα και χορτάσανε καλά.

Ύστερα αγόρασε ένα κιλό σιτάρι και το πήγε στο μύλο και το άλεσε, το ζύμωσε και πήγε τα ψωμιά στο φούρνο και ψηθήκανε.

Και την ώρα που γύριζε απ’ το φούρνο με την πινακωτή τα ψωμιά στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι της, την είδεν η αρχόντισσα κι υποψιάστηκε πως κάτι τι της έτυχε κι έτρεξε καταπόδι της, για να μάθει πού ηύρε τ’ αλεύρι και ζύμωσε. Η αγαθή η φτωχιά είπεν όλη την αλήθεια.

Ζήλεψε η αρχόντισσα κι έβαλε στο νου της να πάει και κείνη σε κείνα τα παλληκάρια.

Τη νύχτα λοιπόν, αφού αποκοίμισε τον άντρα της και τα παιδιά της, βγήκε από το σπίτι της και πήρε το δρόμο και πάει κι ηύρε την τέντα, που ήτανε οι δώδεκα μήνες, και τους χαιρέτησε. Κι αυτοί της είπαν:

– Καλώς την κοκώνα, πώς ήταν και καταδέχτηκες και μας ήρθες;

– Είμαι φτωχιά, αποκρίθηκε, κι ήρθα να με βοηθήσετε.

– Πολύ καλά, είπαν· πεινάς; θέλεις να φας;

– Όχι, σας ευχαριστώ, είπε, είμαι χορτάτη.

– Πολύ καλά, είπαν τα παλληκάρια, και πώς περνάτε στη χώρα;

– Μη χειρότερα, αποκρίνεται.

– Εμ, πώς περνάτε με τους μήνες; ξαναρωτήσανε.

– Πώς να περάσουμε, αποκρίθηκεν εκείνη. Ο κάθε ένας τους έχει και την οργή του. Ενώ από τον Αύγουστο είμαστε συνηθισμένοι στη ζέστα, έρχεται μάνι-μάνι ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας κρυώνουν και άλλον τον πιάνει παροξυσμός και άλλος πουντιάζει. Ύστερα μπαίνουν οι χειμωνιάτικοι οι μήνες Δεκέμβρης, Γενάρης και Φλεβάρης και μας παγώνουν και γεμίζουν οι δρόμοι χιόνια και δεν μπορούμε να βγούμε όξω και μάλιστα κείνος ο Κουτσοφλέβαρος!… (Τ’ ακούει ο καημένος ο Φλεβάρης). Αμ’ κείνοι πάλι οι ξεμωραμένοι μήνες, Μάρτης, Απρίλης και Μάης! Δεν το νιώθουν πως είναι καλοκαιρινοί μήνες, μόν’ θέλουν να κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους, ώστε αυτοί καταντούν τον χειμώνα εννιά μήνες. Και δε μπορούμε να βγούμε όξω την Πρωτομαγιά να πιούμε τον καφέ με το γάλα και να κυλιστούμε στα χορτάρια. Ύστερα έρχονται ο μήνες Θεριστής, Αλωνιστής και Αύγουστος. Αυτοί πάλι έχουν μανία να μας πνίγουν στον ίδρωτα με τη ζέστα που κάνουν. Και μάλιστα απ’ τη ζέστα του Δεκαπενταύγουστου μας πιάνει παροξυσμός και έρχονται κι οι δρίμες και μας χαλνούν τ’ ασπρόρουχα στις απλωστεριές. Τι να σας πω, παλληκάρια. Περνούμε με τους μήνες (που να μη λαχαίνανε κατάρα) μια ζωή ξεσκισμένη.

Δεν είπαν τίποτα τα παλληκάρια, μόν’ γνέψανε κείνον, που καθότανε στη μέση κεινών που ήτανε ανασκουμπωμένοι και βαστούσαν στάχυα. Κι αυτός σηκώθηκε κι έφερεν ένα λαγήνι ταπωμένο και το ’δωσε στη γυναίκα και της είπε:

– Πάρε αυτό το λαγήνι, κι όταν θα πας στο σπίτι σου να σφαλιστείς μόν’ μονάχη σ’ ένα δωμάτιο και να τ’ αδειάσεις. Στο δρόμο μην τύχει και τ’ ανοίξεις.

– Όχι, δεν τ’ ανοίγω, είπε και έφυγε η γυναίκα και ήρθε με τη χαρά στο σπίτι, προτού ακόμα ξημερώσει.

Και σφαλίστηκε σ’ ένα δωμάτιο ολομόναχη και άπλωσε ένα σεντόνι και ξετάπωσε το λαγήνι και το άδειασε. Και τι ν’ αδειάσει; Όλο φίδια! Και χυθήκανε απάνω της και την φάγανε ολοζώντανη. Κι άφησε τα παιδιά της ορφανά, γιατί δεν είναι καλό να κατηγορεί κανείς τον άλλον. Η φτωχιά όμως με την αγαθή της την καρδιά και με την γλυκειά της τη γλώσσα αρχόντυνε και γίνηκε μεγάλη κοκώνα και πρόκοψε και τα παιδιά της. Νά! αυτό είναι που λένε «καλά υστερνά».

πηγή





(από το βιβλίο: Γ.Α. Μέγας, Ελληνικά Παραμύθια, A΄, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας» I.Δ. Kολλάρου & Σιας A.E., 199



Λιοντάρι, λύκος κι αλεπού (λαϊκό παραμύθι)






"Στα πρώτα και τα παλιά τα χρόνια όλα τα ζώα μαζεύτηκαν σ'έναν τόπο κ' έκαμαν συμβούλιο, για να εκλέξουν βασιλέα. Όλα τα ζώα συμφώνησαν, ότι απ'όλα πιο αντρειωμένο είναι το λιοντάρι και αυτό πρέπει να είναι ο βασιλέας τους. Έβαλαν λοιπόν το στεφάνι στο κεφάλι του λιονταριού και έγινε βασιλέας.

Με χρόνια πολλά το λιοντάρι αρρώστησε και κείτονταν στο στρώμα. Όλα τα ζώα πήγαν και είδαν το βασιλέα τους, που ήταν άρρωστος.

Μια μέρα ο λύκος, ένας άσπρος λύκος, πήγαινε να ιδεί το λιοντάρι. Κει που πήγαινε, βρίσκει στο δρόμο την αλεπού και της λέει:

- Αλεπού, άιντε πάμε να ιδούμε τι κάνει ο πολυχρονεμένος ο βασιλιάς μας ' είναι άρρωστος.

- Πήγαινε, σαν θέλεις, είπεν η αλεπού ' μήπως είναι εκείνος καλύτερος από μένα και θα πάω εγώ στα πόδια του; Ας έρθει εκείνος στα δικά μου τα πόδια.

Ο λύκος δεν της είπε τίποτε. Εχάρηκε μάλιστα που θα πάη και θα πη στο λιοντάρι "αυτό κι αυτό είπεν η αλεπού", και θα φανή αυτός καλός με το λιοντάρι. Χαιρόταν και πήγαινε στο δρόμο. Η αλεπού πάλι πήγαινε από πίσω του σιγά-σιγά, να ιδή τι θα ειπή στο λιοντάρι.

Πήγεν ο λύκος, μπήκε μέσα κ' έκατσε κοντά στο λιοντάρι. Η αλεπού στάθηκε πίσω από μια κουρτίνα και άκουε τι λένε.

Σε λίγο λέει το λιοντάρι στο λύκο:

-Αυτή η αλεπού πολύ μας περηφανεύτηκε και δεν είπε: "Ο Βασιλέας είναι άρρωστος, ας πάω να ιδώ τι κάνει".

Του λέει κι ο λύκος:

- Ο Θεός να σε πολυχρονίζη, βασιλέα μου. Όταν ερχόμουν, την είδα την αλεπού και της είπα: "Άιντε να πάμε στο βασιλέα τον πολυχρονεμένο, να ιδούμε τι κάνει" και μου είπε: "εγώ δεν θα πάω ' μήπως είναι καλύτερος από μένα;"

Είπε τότε το λιοντάρι:

- Ε και νά έπεφτε από πουθενά στα χέρια μου! ήξερα εγώ τι να την έκανα.

Τη στιγμή εκείνη μπήκε μέσα η αλεπού κ' επροσκύνησε τον βασιλέα.

- Αλεπού, της λέει, πού ήσουνα ως τώρα και δεν ήρθες να με δης;

- Αχ βασιλέα μου, λέει η αλεπού, δεν ξέρεις εγώ που ήμουν! Άκουσα πως ήσουν άρρωστος και ρώτησα που μπορώ να βρω έναν καλό γιατρό και μου είπαν, στο Μπαγδάτι είναι ένας γιατρός ξακουσμένος κι αμέσως ξεκίνησα κ' επήγα στο Μπαγδάτι, για να τον φέρω να σε γιατρέψη. Εκείνος μου είπε: "Εγώ για να πάω δεν είναι ανάγκη. Εγώ ξέρω την αρρώστια του βασιλέα σας. Να σου πω το γιατρικό του και, σαν πας, κάμετέ το: Να κόψετε στη μέση ένα λύκο, έναν άσπρο λύκο, και με το πετσί του να τυλίξετε το βασιλέα σας ' αν δεν το κάμετε αυτό, θα πεθάνη." Εγώ πάλι καθόλου δε στάθηκα ' μέσα σε μιαν ημέρα ήρθα.

Ο λύκος καθόταν εκεί δα. Ευθύς το λιοντάρι πρόσταξε κ' έκοψαν το λύκο κ' ετύλιξαν στο πετσί του το λιοντάρι και γιατρεύτηκε.

Τότε είπε το λιοντάρι:

- Ω, του σκύλου το γυιό, το λύκο! Η αλεπού τόσο καλό μου έκαμε κι αυτός πολεμούσε να της κάνει κακό!"

("Ελληνικά Παραμύθια", εκλογή: Γ.Α.Μέγα, εικόνες: Ράλλη Κοψίδη και Φώτη Κόντογλου)